Σε κατάσταση δημοσκοπικής πίεσης και εσωτερικής αμφισβήτησης, ο Τραμπ μετά τη Βενεζουέλα απειλεί Κολομβία, Κούβα, Μεξικό, Γροιλανδία και Ιράν.
Η εν εξελίξει κόντρα του Τραμπ με το BBC είναι μια ακόμα περίπτωση στη μακρά λίστα κρουσμάτων χειραγώγησης και αντιστροφής της πραγματικότητας (κοινώς: gaslighting). Προσπαθώντας να απαξιώσει κάθε επικριτική φωνή – συνεπής στην προσπάθεια να κατασκευάζει μια «αλήθεια» αποκλειστικά για τους οπαδούς του –, ο Τραμπ θέλει επιπλέον να στρέψει το βλέμμα μακριά από την υπερσυγκέντρωση Μέσων σε χέρια επιχειρηματιών που τον στηρίζουν, μακριά από τις ωμές προσπάθειες φίμωσης του Τύπου που έχουν επισημάνει οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα, και βεβαίως μακριά από την κλιμάκωση μιας ακριβοπληρωμένης προπαγάνδας στο διαδίκτυο.
Η εν εξελίξει κόντρα του Τραμπ με το BBC είναι μια ακόμα περίπτωση στη μακρά λίστα κρουσμάτων χειραγώγησης και αντιστροφής της πραγματικότητας (κοινώς: gaslighting). Προσπαθώντας να απαξιώσει κάθε επικριτική φωνή – συνεπής στην προσπάθεια να κατασκευάζει μια «αλήθεια» αποκλειστικά για τους οπαδούς του –, ο Τραμπ θέλει επιπλέον να στρέψει το βλέμμα μακριά από την υπερσυγκέντρωση Μέσων σε χέρια επιχειρηματιών που τον στηρίζουν, μακριά από τις ωμές προσπάθειες φίμωσης του Τύπου που έχουν επισημάνει οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα, και βεβαίως μακριά από την κλιμάκωση μιας ακριβοπληρωμένης προπαγάνδας στο διαδίκτυο.
Η δολοφονία του ακροδεξιού ακτιβιστή Τσάρλι Κερκ, γνωστού για τη συστηματικά προπαγάνδα υπέρ της οπλοκατοχής στις ΗΠΑ, ανέδειξε με θλιβερό τρόπο τη θανάσιμη τροπή που έχει πάρειστη χώρα ηφρενίτιδα με τα όπλα. Κι όμως, αντί το συμβάν να οδηγήσει σε περισυλλογή, αντί στο εσωτερικό της κυβέρνησης να ενισχυθούν οι φωνές υπέρ της αναθεώρησης της Δεύτερης Τροπολογίας –της συνταγματικής βάσης επί της οποίας θεμελιώνεται το «δικαίωμα» στα παιχνίδια με το θάνατο–, οι υπερασπιστές της οπλοκατοχής, με πρώτο τον Τραμπ, εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ως ευκαιρίαγια αντεπίθεση.
Την ηχώ της αντεπίθεσης αυτής ακούμε πλέον και στην Ελλάδα, με δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών(Πλεύρης, Γεωργιάδης) και πολιτικών αρχηγών (Βελόπουλος) που πληθαίνουν.
Τις τελευταίες μέρες, η αμερικανική κοινωνία ζει στην ευφορία από την εκλογή του Ζοράν Μαμντάνι, αλλά και στο χάος που προκαλεί, αισίως για πέμπτη εβδομάδα, το κλείσιμο (shutdown) της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση «κατεβάζει ρολά», με αποτέλεσμα να αναστέλλονται κρίσιμες λειτουργίες που η ίδια χρηματοδοτεί. Αυτή τη φορά όμως, το κλείσιμο κρατά σχεδόν 40 ημέρες (από την 1η Οκτωβρίου), εξέλιξη που για τις ΗΠΑ αποτελεί ρεκόρ.
Τον Μάρτιο του 2003, με τις αιματηρές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ακόμανωπές, η κυβέρνηση Μπους του νεότερου προσπαθούσε διακαώς να συνδέσει την τρομοκρατία με τη μετανάστευση. Στο πλαίσιο αυτό,ίδρυε το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) και στην αρμοδιότητα τουνέου υπουργείουέθετετρεις καινούριες υπηρεσίες με αντικείμενο το μεταναστευτικό: η μία από αυτές ήταν η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων – η διαβόητη για τις απάνθρωπες επιχειρήσεις της ICE.
Η κινητοποίηση της 18ης Οκτωβρίου ήταν η μεγαλύτερη διαμαρτυρία που οργανώθηκε σε μία μέρα στην ιστορία των ΗΠΑ: 6,5-7 εκατομμύρια άνθρωποι, και περισσότερες από 2700 διαδηλώσεις στις 50 πολιτείες, την πρωτεύουσα και σε πόλεις του εξωτερικού, βεβαίωσαν πως, εκεί που βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος, εκεί αργά ή γρήγορα έρχονται στο προσκήνιο και οι δυνάμεις που θα τον αντιμετωπίσουν. Ποιες είναι, όμως, οι δυνάμεις αυτές; Τι γνωρίζουμε για τις οργανώσεις, τους πολιτικούς και τις προσωπικότητες που επιδιώκουν να βάλουν φρένο στον φασισμό στην άλλη μεριά του Ατλαντικού; Πώς ξεκίνησαν και ποιες είναι οι προοπτικές τους;
Συμπληρώνεται ένας χρόνος από την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία. Ποιος είναι σήμερα ο κύριος εχθρός του; Αν πάρουμε τοις μετρητοίς όσα λέει, ο εχθρός εντός των συνόρων –καταρχάς οι μετανάστες, αλλά και οι άστεγοι, οι κάθε λογής αντιφρονούντες και οι εγκληματίες που θεωρούνται ανάξιοι να ζουν– είναι εξίσου επικίνδυνος με τον εξωτερικό: «Δεχόμαστε εισβολή εκ των έσω. Δεν διαφέρει από έναν ξένο εχθρό, αλλά είναι πιο δύσκολο από πολλές απόψεις επειδή δεν φορούν στολές», έλεγε ο Τραμπ στα τέλη Σεπτέμβρη, σε μια συνάντηση ανώτατων αξιωματικών στη Βιρτζίνια. Η παρουσία και μόνο αυτού του εσωτερικού εχθρού σημαίνει πως «ορισμένες από αυτές τις επικίνδυνες πόλεις πρέπει να τις χρησιμοποιήσουμε ως πεδία εκπαίδευσης του στρατού μας».
Τις τελευταίες εβδομάδες η δημοτικότητα της κυβέρνησης Τραμπ είναι σε κάθετη πτώση: είτε το θέμα είναι η οικονομία και η πολιτική για τη μετανάστευση, είτε η υποστήριξη του Ισραήλ, ο Πρόεδρος χάνει διαρκώς έδαφος – και ο χρόνος μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές λιγοστεύει. Για κάθε δημοκρατικό ηγέτη, αυτό θα ήταν «καμπανάκι» προκειμένου να αλλάξει ρότα. Για τον Τραμπ, είναι η σωστή ώρα για να πολώσει περισσότερο την αμερικανική κοινωνία – σε ένα ακόμα θέμα που κινητοποιεί το κοινό των Ρεπουμπλικάνων: τα πανεπιστήμια.
Τουλάχιστον μια δεκαετία τώρα, το σύνθημα «Να Κάνουμε την Αμερική Μεγάλη Ξανά» είναι ένας τρόπος να πεις «Τραμπ» χωρίς να το λες. Κι όμως, το MAGA δεν είναι του Τραμπ. Το χρησιμοποίησε πρώτος το 1980 ο Ρεπουμπλικάνος Ρόναλντ Ρήγκαν, διεκδικώντας την εξουσία σε μια εποχή οικονομικής στασιμότητας, υψηλού πληθωρισμού και μιας πρόσφατης στρατιωτικής ήττας των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Ο Τραμπ έβγαλε το σύνθημα από τη ναφθαλίνη το 2015 – και το έκανε σλόγκαν για τρεις συνεχόμενες εκλογικές μάχες, άλλοτε απευθυνόμενος στους νοσταλγούς της δουλείας, άλλοτε στους απολυμένους των παλιών βιομηχανιών της «ζώνης της σκουριάς». Σήμερα, το σύνθημα σημαίνει πόλεμο απέναντι σε δύο εχθρούς ταυτόχρονα: έναν εσωτερικό και έναν που πρακτικά απλώνεται σε όλο τον κόσμο. Πώς συνδέονται οι δύο εχθροί μεταξύ τους; Και τι είδους κόσμο φτιάχνει το MAGA;
Ο Τσάρλι Κερκ δεν ήταν απλώς ένας «συντηρητικός ακτιβιστής» με επικοινωνιακό χάρισμα, που επιδίωκε να κάνει cool τις παραδοσιακές αξίες απέναντι στη woke ατζέντα. Η δολοφονία του δεν ήταν μια στιγμή «αριστερής τρομοκρατίας που μαστίζει την Αμερική».

