Κωστής Παπαϊωάννου
Φωτογραφία: Μάριος Λώλος
Τον Οκτώβριο του 2012, έναν χρόνο πριν από την εξάρθρωση της Χρυσής Αυγής, 15 διαδηλωτές που μετείχαν σε αντιφασιστική μοτοπορεία συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο κτίριο της ΓΑΔΑ. Την επόμενη μέρα καταγγέλθηκε βαρύς βασανισμός και αυθαίρετη βία από αστυνομικούς σε βάρος των διαδηλωτών. Υπήρχαν αναφορές ότι ούτε οι συνάδελφοί τους δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τους φυσικούς αυτουργούς των βασανισμών εντός της ΓΑΔΑ. Οι φερόμενοι ως δράστες –μέλη της ομάδας Δέλτα– διατράνωναν πως είναι μέλη της Χρυσής Αυγής. Ορισμένοι αστυνομικοί, σύμφωνα με τις καταγγελίες, βιντεοσκοπούσαν τα βασανιστήρια και απειλούσαν τους συλληφθέντες πως θα δώσουν τις φωτογραφίες τους στη Χρυσή Αυγή. Ένας από τους συλληφθέντες ανέφερε τη φράση αστυνομικού «Θα πεθάνετε όπως οι παππούδες σας στον εμφύλιο». Το περιστατικό έλαβε μεγάλη διεθνή δημοσιότητα, ελληνικά και ξένα ΜΜΕ έκαναν λόγο για διείσδυση της Χρυσής Αυγής στον σκληρό πυρήνα του κράτους, ενώ πολλοί διεθνείς φορείς προστασίας των δικαιωμάτων κατήγγειλαν τον υψηλό βαθμό διαπλοκής μεταξύ Χρυσής Αυγής και ΕΛΑΣ.
Έναν χρόνο μετά άρχιζε η ποινική διερεύνηση των εγκληματικών πράξεων της Χρυσής Αυγής. Τι απέγιναν άραγε, μετά την καταδίκη της ως εγκληματικής οργάνωσης, εκείνοι οι αστυνομικοί που τότε αυτοπροσδιορίζονταν ως μέλη της; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, καθώς για χρόνια διαπιστώνονταν όχι απλώς υπόγειες διαδρομές αλλά λειτουργία εξτρεμιστικών πυρήνων εντός της ΕΛΑΣ. Υπήρχαν πολλά τεκμήρια πως στη διάρκεια επεισοδίων ομάδες της Χρυσής Αυγής ενίοτε λειτούργησαν ως μακρύς βραχίονας των διωκτικών μηχανισμών. Υπήρχαν όμως και ισχυρές ενδείξεις πως άνδρες της ΕΛΑΣ, ιδίως ειδικών μονάδων της, δρούσαν σαν να αποτελούν μακρύ βραχίονα των νεοναζιστών.
Εξετάζοντας τη σχέση ανάμεσα στην Αστυνομία και την Ακροδεξιά δεν διαπιστώνονται μόνο εκλεκτικές συγγένειες αλλά και δομικές συναρθρώσεις. Το ζήτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο μέρος του προσωπικού της ΕΛΑΣ αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της: ότι δηλαδή είναι υπεράνω των περιορισμών που θέτει η νομιμότητα. Ευθύνη για αυτό φέρουν και όσοι, από το πολιτικό προσωπικό ως τα ΜΜΕ, ανάγουν το δόγμα της ασφάλειας σε υπέρτατη αρχή. Μεγάλη η ευθύνη και ορισμένων συνδικαλιστικών εκπροσώπων των αστυνομικών που διατυπώνουν λόγο εμπρηστικό, ανοιχτά ρατσιστικό και αντιδημοκρατικό.
Η σχέση Αστυνομίας και Ακροδεξιάς συνδέεται άμεσα με θέματα σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου, δημοκρατικού ελέγχου και λογοδοσίας για περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας. Ζητούμενο δεν είναι πλέον η αναζήτηση νέων ευφάνταστων τρόπων για τη διερεύνηση αυτών των περιστατικών. Οι τρόποι είναι γνωστοί, έχουν υποδειχθεί από σειρά διεθνών οργάνων σε συστάσεις τους, που ήταν ενίοτε πολύ αυστηρές προς την Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρονται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, η Επιτροπή του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας. Οι τρόποι έχουν επισημανθεί σε σειρά καταδικαστικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και σε επανειλημμένες εκθέσεις διεθνών οργανώσεων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου· επίσης, έχουν περιγραφεί αναλυτικά σε εκθέσεις εθνικών μηχανισμών προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, και σε συστάσεις ανεξάρτητων αρχών, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη.
Η ανάγκη έχει αναγνωριστεί και από την εσωτερική έννομη τάξη, η οποία επεχείρησε να θεραπεύσει την αντικειμενικά ελλειμματική διερεύνηση περιστατικών μη σύννομης συμπεριφοράς του ένστολου προσωπικού των σωμάτων ασφαλείας προς τους πολίτες. Νομοθετικά έχουν αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση μηχανισμών διερεύνησης περιστατικών αστυνομικής αυθαιρεσίας. Έτσι, συστάθηκε πρώτα το Γραφείο Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας των Σωμάτων Ασφαλείας και στη συνέχεια ο Εθνικός Μηχανισμός Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας. Έχουν επίσης συσταθεί ad hoc όργανα για την εποπτεία της εφαρμογής των συστάσεων αυτών των οργανισμών. Έχει δηλαδή στηθεί πλέγμα θεσμικό για να ελέγχονται υπεύθυνοι για πράξεις αστυνομικής αυθαιρεσίας αλλά η αυθαιρεσία παραμένει εν πολλοίς ατιμώρητη.
Συχνότατα η αυθαιρεσία αυτή έχει σαφές ακροδεξιό ή και νεοφασιστικό πρόσημο. Εκδηλώνεται σε μια κλίμακα που ξεκινά από την αρνητική διάκριση, την προσβολή και τη λεκτική βία σε βάρος συγκεκριμένων ομάδων-στόχων (racial profiling) και φτάνει σε πράξεις ρατσιστικής βίας. Το ερώτημα είναι πώς η φυσική και πολιτική ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας τοποθετείται απέναντι σε αυτά. Η επίκληση των παγιωμένων διαδικασιών διερεύνησης (από τις ΕΔΕ μέχρι τον Εθνικό Μηχανισμό Διερεύνησης) δεν αναιρεί τις δικές της ευθύνες και συχνότατα δεν αγγίζει το ζήτημα στην ουσία του. Γιατί η ουσία είναι η πολιτική και θεσμική βούληση αντιμετώπισης.
Η δημοκρατική πολιτεία καλείται να σταθμίσει πώς, χωρίς να καταφεύγει σε δίωξη φρονήματος, θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά όχι μόνο την αστυνομική αυθαιρεσία εν γένει αλλά ιδιαίτερα τη διάπραξη έκνομων ενεργειών από αστυνομικά όργανα με ακροδεξιά ρατσιστικά χαρακτηριστικά, χαρακτηριστικά τα οποία αποτελούν το κίνητρο και το διακριτικό στοιχείο αυτών των πράξεων. Ο ισχυρισμός πως τέτοιες ενέργειες και οι φορείς τέτοιων ενεργειών δεν έχουν θέση στα σώματα ασφαλείας μπορεί να διατυπώνεται φραστικά έπειτα από κάθε ακραίο περιστατικό αυθαιρεσίας, αλλά τίποτα δεν φανερώνει την πρόθεση να περάσουμε από τη φραστική καταδίκη στην έμπρακτη εξάλειψη.
Το Σημείο για τη Μελέτη και την Αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Φρίντριχ Έμπερτ, δημοσιεύει κείμενα που αναφέρονται στις ακροδεξιές εστίες στην Αστυνομία στη Γερμανία και την Ελλάδα, σε μια προσπάθεια να θίξουμε το ζήτημα στην ουσία του και να καταδείξουμε τη σημασία της αντιμετώπισής του, σε μια στιγμή που η ανερχόμενη Ακροδεξιά στην Ευρώπη γυρεύει και θεσμικά πατήματα.
Στις 31 Μαρτίου έπειτα από δίκη εννιά εβδομάδων, το Δικαστήριο του Παρισιού καταδικάζει τη Λεπέν σε (εφέσιμη) ποινή φυλάκισης 4 ετών (δύο χρόνια με αναστολή και δύο κατ’ οίκον) για υπεξαίρεση δημόσιων πόρων, πρόστιμο 100.000 ευρώ – αλλά και άμεσα εκτελέσιμη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι για μία πενταετία. Μαζί της καταδικάζονται 8 ευρωβουλευτές του κόμματος και 12 βοηθοί τους: το δικαστήριο έχει στοιχεία για 40 πλασματικές συμβάσεις σε διάστημα «σχεδόν 12 ετών» (2004–2016), ύψους «άνω των 4,6 εκατομμυρίων ευρώ».
Πώς θα μπορούσαμε να ονοματίσουμε, λοιπόν, αυτή την ακατανίκητη, καθώς μοιάζει, πολιτική δύναμη που εξαπλώνεται στις δύο μεριές του Ατλαντικού; Τα πρόσωπά της μάς είναι πλέον γνώριμα, ή γίνονται οικεία σιγά σιγά, και τα επεισόδια του σίριαλ πολιτικής φαντασίας στην οποία πρωταγωνιστούν (μαζί με όλους εμάς) πυκνώνουν όλο και περισσότερο.
Το Σημείο για τη Μελέτη και Αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς και η Greenpeace, ξεκινώντας από διαφορετικές οπτικές, συμπίπτουν στην αναγνώρισης της μεγάλης απειλής για τη δημοκρατία και το περιβάλλον και χτυπάνε το καμπανάκι του κινδύνου.


