Scroll Top

Αστυνομία και Ακροδεξιά: η αποτυχία αντιμετώπισης του φαινομένου στην Ελλάδα

2

Μιχάλης Τσαπόγας, ειδικός επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη

Φωτογραφία: Μάριος Λώλος

Στην Ελλάδα, οι εστίες της Ακροδεξιάς στην Αστυνομία έλκουν την καταγωγή τους από τη μετεμφυλιακή περιπέτεια, παρέμεναν όμως στην αφάνεια μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ίσως επειδή κατά κάποιο τρόπο θεωρούνταν αναμενόμενες. Η σχετική συζήτηση ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή τη δίκη της Χρυσής Αυγής, όπου υπήρξαν ισχυρές ενδείξεις συνενοχής αστυνομικών στα εγκλήματα που δικάζονταν. Ανεξάρτητα, όμως, από τη συγκεκριμένη συγκυρία, είναι γεγονός ότι ήδη και πριν από τα γεγονότα αυτά είχε παρατηρηθεί ένταση της ευαισθησίας της κοινής γνώμης, ιδίως με αφορμή περιστατικά αστυνομικής συνενοχής σε ρατσιστική βία καθώς και με καταγγελίες μη κυβερνητικών οργανώσεων για πολλαπλές ενδείξεις ακροδεξιών διασυνδέσεων στον λόγο και στις πρακτικές αστυνομικών οργάνων. Αναγκασμένες να ανταποκριθούν στην ευαισθησία αυτή, οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε εκσυγχρονισμό των πειθαρχικών διαδικασιών, του οποίου όμως τα πρακτικά αποτελέσματα απομένει ακόμη να αποδειχθούν.

Προς τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση

Η προϊστορία, η εξέλιξη και η σημερινή έκταση της ακροδεξιάς διείσδυσης στην ΕΛΑΣ αποτελούν αντικείμενο περισσότερο μιας ιστορικής μελέτης. Παραμένει, ωστόσο, στην επικαιρότητα η αναζήτηση των εγγενών και συγκυριακών παραγόντων που συνέτειναν στην εδραίωση και τη διατήρηση αυτής της διείσδυσης, πρωτίστως υπό το πρίσμα της αντιμετώπισης του φαινομένου προκειμένου να μην εκτραχυνθεί στο άμεσο μέλλον.

Χρήσιμα, προς την κατεύθυνση αυτή, είναι τα εξής:

  • Η αναζήτηση πραγματολογικών δεδομένων που τεκμηριώνουν τη συλλογική ανάμνηση της ακροδεξιάς διείσδυσης από το 1974 μέχρι την εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής, καθώς και τις εμφανείς ή αφανείς επαφές της Χρυσής Αυγής ή ομοειδών οργανώσεων με στελέχη της ΕΛΑΣ.

  • Ενδείξεις για μεμονωμένες περιπτώσεις ή σταθερή ροή ακροδεξιάς διείσδυσης και οργάνωσης και αντίστοιχα τεκμήρια με έμφαση σε στοιχεία από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

  • Στοιχεία για εκλεκτικές συγγένειες (συνεργασία ή ανοχή) ειδικών μονάδων της ΕΛΑΣ με οργανωμένες ακροδεξιές ομάδες.

  • Στοιχεία εκλογικής συμπεριφοράς.

  • Ενδείξεις μισαλλόδοξης ρητορικής ή ακροδεξιών διασυνδέσεων στη δράση συνδικαλιστικών οργάνων των αστυνομικών.

  • Στοιχεία από τη μετέπειτα υπηρεσιακή εξέλιξη ή εμπλοκή αστυνομικών που είχαν αποσπαστεί στη Χρυσή Αυγή (όταν ήταν κοινοβουλευτικό κόμμα) ή στην προσωπική ασφάλεια βουλευτών της, καθώς και από τη μετέπειτα υπηρεσιακή εξέλιξη αστυνομικών που είχαν αντιμετωπίσει πειθαρχικό έλεγχο (ακόμη και με αρνητικό αποτέλεσμα) για μισαλλόδοξες εκδηλώσεις ή περιστατικά ρατσιστικής βίας – στοιχεία ίσως δυσεύρετα λόγω προσωπικών δεδομένων.

  • Ενδείξεις ακροδεξιάς προδιάθεσης σε πρακτικά προανακριτικών πράξεων ή σε κείμενα σχετικών υπηρεσιακών πορισμάτων.

  • Έλεγχος περιστατικών μεροληψίας κατά την πειθαρχική διερεύνηση καταγγελιών.

Ακόμη περισσότερο χρήσιμη, καθώς μπορεί να μετουσιωθεί σε προτάσεις αντιμετώπισης, είναι η ανάλυση των διαδικασιών πρόσληψης και εκπαίδευσης αστυνομικών, ιδίως σε σχέση με τη διερεύνηση μισαλλόδοξης προδιάθεσης των υποψηφίων ή συναφούς προηγούμενης δράσης τους και την αντίστοιχη ενημέρωση των εκπαιδευόμενων, καθώς και η ανάλυση των πάγιων υπηρεσιακών επιχειρησιακών εντολών, ιδίως σε σχέση με τυχόν ειδικές αναφορές στον σεβασμό της ετερότητας και στην αποφυγή μισαλλόδοξων ή ρατσιστικών εκδηλώσεων.

Σε σχέση με τις αντιλήψεις και τις πρακτικές αξιωματούχων και χαμηλόβαθμων στελεχών της ΕΛΑΣ, μπορούν να αναζητηθούν περιπτώσεις χρήσης ναζιστικών ή συναφών συμβόλων και της αντίστοιχης ρητορικής, εντός ή εκτός υπηρεσίας, και γενικότερα η απόκλιση ανάμεσα στην επίσημη/δημόσια ρητορική και τις αφανείς υπηρεσιακές δράσεις όπως η διαχείριση συγκρούσεων ή η διενέργεια ανακρίσεων. Από τον σχετικό δημόσιο λόγο, ιδίως των συνδικαλιστικών εκπροσώπων, θα μπορούσαν να αντληθούν συμπεράσματα για τις πεποιθήσεις σχετικά με το κατά πόσον η πρόσδεση σε ακροδεξιές ομάδες αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα ή υπηρεσιακό παράπτωμα, κατά πόσον οι εμφορούμενοι από τέτοιες αντιλήψεις δικαιούνται να εκδηλώνονται εμφανώς ή πρέπει να κρύβονται. Σε πιο υπηρεσιακό επίπεδο, σημασία έχουν οι πρακτικές υπηρεσιακής ενημέρωσης και σχεδιασμού εν όψει συγκεκριμένων δράσεων (λ.χ. συναθροίσεις), ειδικά σε σχέση με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η υπηρεσία θα καλύψει τυχόν υπερβάσεις αν ανακύψει θέμα ποινικών ή πειθαρχικών ευθυνών για αδικαιολόγητη βία ή για πράξεις με ρατσιστικό κίνητρο, και αντίστοιχα οι αντιλήψεις των ίδιων των αστυνομικών σχετικά με το κατά πόσον δικαιούνται να παραβιάζουν κατά περίπτωση τις πάγιες υπηρεσιακές εντολές σχετικά με τις προϋποθέσεις και τα νόμιμα όρια της άσκησης βίας, κατά πόσον υπάρχει άτυπη εγγύηση υπηρεσιακής συγκάλυψης και μέχρι ποιο σημείο θα μπορούσε να φτάσει. Σε σχέση με τις συνέπειες της αστυνομικής δράσης, θα άξιζε να διερευνηθεί ενδεχόμενη εντύπωση ιδιαίτερης αυστηρότητας ή ανεκτικότητας και προσδοκία συναδελφικής αλληλεγγύης κατά τις διαδικασίες πειθαρχικής ή δικαστικής διερεύνησης καταγγελιών για αδικαιολόγητη βία ή για πράξεις με ρατσιστικό κίνητρο.

Τέλος, σε σχέση με τυχόν επιδράσεις εξωγενών συνθηκών, θα μπορούσαν να συνεκτιμηθούν ζητήματα όπως η μεταναστευτική κρίση, οι πραγματικές ή φαντασιακές εξάρσεις εγκληματικότητας, κοινωνικές διαμαρτυρίες ή κινητοποιήσεις και άλλα γεγονότα ή συγκυριακές εξελίξεις που θα μπορούσαν να οξύνουν τον κίνδυνο εμφάνισης νεοφασιστικών τάσεων. Αντίστοιχα, διατηρούν τη σημασία τους οι επιπτώσεις των κυβερνητικών μεταβολών, και ειδικότερα των εναλλαγών της πολιτικής ρητορικής για θέματα ασφάλειας στις τρέχουσες υπηρεσιακές εντολές. Τέλος, σημαντικός εξωγενής παράγοντας είναι οι εναλλασσόμενες προτεραιότητες της κοινής γνώμης, όπως αυτές υποδαυλίζονται από τα μέσα ενημέρωσης. Σαφής και αδιαμφισβήτητη, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι η ανάγκη για ειλικρινή (και όχι προσχηματική) προσαρμογή στα διεθνή δεδομένα της προστασίας δικαιωμάτων καθώς και η συνειδητοποίηση αυτής της ανάγκης όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο, αλλά ακόμη και από κάθε μεμονωμένο στέλεχος της αστυνομίας.

Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι πρόσφατα η ακροδεξιά διείσδυση, έστω και λόγω συγκυριών, έχει καταστεί κατανοητή στους πάντες, με αποτέλεσμα κάποιες, υποτυπώδεις έστω, κινήσεις για την εξάρθρωσή της, αφήνει κάποιο περιθώριο αισιοδοξίας.

Θεσμικά εργαλεία αντιμετώπισης

Τα θεσμικά εργαλεία για την αντιμετώπιση της διείσδυσης και των συνακόλουθων εκτροπών στην αστυνομική συμπεριφορά μπορούν να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: πρόληψη και καταστολή.

Πρόληψη αποτελεί η μέριμνα για την εκπαίδευση των αστυνομικών καθώς και για την εκπόνηση σύγχρονων οδηγιών και επιχειρησιακών πρωτοκόλλων, υπεράνω όλων αυτών όμως η μελέτη των νοοτροπιών και πρακτικών που διευκόλυναν αυτή τη διείσδυση και αντίστοιχα δυσχεραίνουν την αντιμετώπισή της, προκειμένου να καταστεί εφικτός ένας μακροπρόθεσμος σχεδιασμός αντιμετώπισης.

Καταστολή αποτελεί η μέριμνα για την εδραίωση μηχανισμών ελέγχου της αστυνομικής αυθαιρεσίας. Ζητούμενα στον τομέα αυτόν αποτελούν κατά κύριο λόγο η υπηρεσιακή και πειθαρχική αντιμετώπιση κρουσμάτων ή υπονοιών διείσδυσης ακραίων πολιτικών χώρων, η αντιμετώπιση της υπηρεσιακής ή εξωϋπηρεσιακής δράσης αστυνομικών με εμφανείς ή πιθανούς δεσμούς με τη Χρυσή Αυγή (εκτός από τις περιπτώσεις όπου προέκυψαν ποινικές ευθύνες), καθώς και οι επίσημες πρακτικές διερεύνησης και καταστολής (ή παράβλεψης και ανοχής) περιπτώσεων όπως η ενεργή συμμετοχή σε ακροδεξιές δράσεις ή εκδηλώσεις ή η συναφής δραστηριότητα σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Θεμελιώδες ζητούμενο, όμως, και μάλιστα σε επίπεδο περισσότερο πράξης παρά θεωρίας, αποτελεί ο εντοπισμός ελλείψεων στις διαδικασίες εσωτερικών αναφορών και διοικητικής, πειθαρχικής αλλά και ποινικής διερεύνησης, καθώς και η αναζήτηση ποσοτικών και ποιοτικών στοιχείων για την τύχη καταγγελιών αστυνομικής βίας ή ρατσιστικού κινήτρου. Μηχανισμούς εξέτασης τέτοιων καταγγελιών ανέκαθεν διέθετε η ελληνική νομοθεσία, όμως αυτοί παρέμεναν αμιγώς εσωτερικοί και η αναποτελεσματικότητά τους ήταν πανθομολογούμενη.

Νομοθετικές απόπειρες

Μόλις το 2011 συγκροτήθηκε μηχανισμός διερεύνησης περιστατικών αυθαιρεσίας παράλληλος προς τις εσωτερικές υπηρεσίες πειθαρχικού ελέγχου. Στην αιτιολογική έκθεση ο νομοθέτης, αναφερόμενος ρητά σε περιστατικά «μη σύννομης συμπεριφοράς προς τους πολίτες του ένστολου προσωπικού των σωμάτων ασφαλείας, η διερεύνηση των οποίων κρίνεται αντικειμενικώς ελλειμματική», κατέγραψε τα βασικά προβλήματα των εσωτερικών πειθαρχικών διαδικασιών: «Ο πειθαρχικός έλεγχος είναι συχνά χρονοβόρος, με περιορισμένη συμμετοχή και ενημέρωση του καταγγέλλοντος. Σε πολλές περιπτώσεις έχει καταγραφεί η απροθυμία του καταγγέλλοντος να συνεργαστεί με αστυνομικά όργανα για την επαρκή τεκμηρίωση της καταγγελίας. Τα δυσμενή σχόλια που προκαλούνται από τέτοια περιστατικά κλονίζουν το κύρος των σωμάτων ασφαλείας και πλήττουν το ηθικό του προσωπικού. Σήμερα, η κοινωνία επιδεικνύει όλο και λιγότερη ανοχή σε περιστατικά αυθαιρεσίας κρατικών λειτουργών. Ασφαλώς, η κοινωνία αποδέχεται τη λειτουργία σωμάτων ασφαλείας, απαιτεί όμως την παράλληλη δραστηριοποίηση αξιόπιστων μηχανισμών δημόσιας λογοδοσίας και ελέγχου». Ως στόχος της πρωτοβουλίας αυτής περιγράφηκε η δημιουργία ενός κέντρου το οποίο θα αξιολογεί τις καταγγελίες και θα εγγυάται πως «εξασφαλίζεται η ταχεία και αποτελεσματική διερεύνησή τους» ώστε «να μην δημιουργούνται υπόνοιες για συγκάλυψή τους στα πλαίσια της κακώς εννοούμενης συναδελφικής αλληλεγγύης». Αν και στη σωστή κατεύθυνση, το πλαίσιο αυτό δεν αποδείχθηκε αποτελεσματικό. Το νέο αυτό Γραφείο συστάθηκε μεν εκτός της υπηρεσιακής δομής της Ελληνικής Αστυνομίας, πλην όμως με απευθείας υπαγωγή στον αρμόδιο υπουργό, κάτι που εκ των πραγμάτων υπονόμευσε την ανεξάρτητη λειτουργία του. Επιπλέον, περιοριζόταν σε έλεγχο του παραδεκτού των καταγγελιών και προώθησή τους στις εσωτερικές αρχές προς διερεύνηση. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως ουδέποτε λειτούργησε καν.

Την έλλειψη αυτή διαπίστωσε και ο ίδιος ο νομοθέτης πέντε χρόνια αργότερα, το 2016, αναγνωρίζοντας ως «πρωτίστως κοινωνική απαίτηση» τη διασφάλιση της δίκαιης και αποτελεσματικής διερεύνησης καταγγελιών, «απόλυτα επιβεβλημένη σε ένα κράτος δικαίου, ώστε να μην υφίσταται οποιαδήποτε υπόνοια συγκάλυψης ή ατιμωρησίας». Τελούσε, άλλωστε, υπό την πίεση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έτσι ανέθεσε στον Συνήγορο του Πολίτη, μια συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή, την αρμοδιότητα διερεύνησης των ουσιαστικών και διαδικαστικών όρων διενέργειας των πειθαρχικών ελέγχων, ακόμη και με δυνατότητα αυτεπάγγελτης έρευνας, για συγκεκριμένα περιστατικά αυθαιρεσίας στα οποία περιλαμβάνονται οι πράξεις με ρατσιστικό κίνητρο. Επιπλέον, όρισε ότι μέχρι την έκδοση πορίσματος από τον Συνήγορο του Πολίτη θα αναστέλλεται η έκδοση απόφασης από τα εσωτερικά πειθαρχικά όργανα, καθώς και πως ενδεχόμενη απόκλιση της απόφασης του εσωτερικού πειθαρχικού οργάνου από το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη επιτρέπεται μόνο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην αιτιολογική έκθεση αυτού του νόμου διευκρινίζεται πως ο Συνήγορος του Πολίτη δεν υποκαθιστά τον δικαστικό και πειθαρχικό έλεγχο περιστατικών της αρμοδιότητάς του, αλλά λειτουργεί παράλληλα και συμπληρωματικά.

Ο Συνήγορος του Πολίτη διέθετε ήδη σχετική εμπειρία, πριν ακόμη επωμιστεί την ειδική αυτή αρμοδιότητα. Σε έκθεσή του το 2004, είχε αναλύσει με συστηματικό τρόπο τις συνήθεις πλημμέλειες της πειθαρχικής έρευνας της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως, μεταξύ άλλων: πλημμελή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, έλλειψη αμεροληψίας του διενεργούντος την έρευνα σε σχέση με τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς, μη ενημέρωση του καταγγέλλοντος για την κατάληξη της έρευνας. Σε νεότερη έκθεσή του το 2013 με ειδικό αντικείμενο τη ρατσιστική βία, είχε αναδείξει τη διάσταση ανάμεσα στις ελάχιστες επίσημες έρευνες και στις πολλαπλάσιες καταγγελίες για επιθέσεις με ρατσιστικό κίνητρο, καθώς και τη γενικότερη εικόνα ατιμωρησίας. Είχε ακολουθήσει ομοβροντία καταδικαστικών αποφάσεων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σε ορισμένες από τις οποίες μνημονεύονταν ρητά οι εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, καθώς και παρέμβαση του Επιτρόπου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο οποίος πρότεινε τη δημιουργία ανεξάρτητου και αποτελεσματικού συστήματος καταγγελιών.

Οι εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη

Στην πρώτη σχετική έκθεση επί της νέας αυτής αρμοδιότητάς του (2018), ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε πως «η ενεργοποίηση αυτεπάγγελτων, οίκοθεν διερευνήσεων περιστατικών προσκρούει στα αποδυναμωμένα, σε σχέση με τα αντίστοιχα των εσωτερικών διερευνήσεων, εργαλεία έρευνας […] η μη πρόβλεψη λήψης ένορκων καταθέσεων, κλήτευσης μαρτύρων, παραγγελίας πραγματογνωμοσύνης, πρόσβασης στο (προ)ανακριτικό υλικό για τις ανάγκες της έρευνας […] είναι, μεταξύ άλλων, διαπιστώσεις ελλειμμάτων του υφιστάμενου πλαισίου λειτουργίας […], που θα πρέπει να θεραπευθούν, προκειμένου να ενισχυθεί και η δική του αποτελεσματικότητα».

Στην ίδια πρώτη έκθεση του 2018, ο Συνήγορος του Πολίτη διατύπωσε σειρά προτάσεων για βελτίωση της νομοθεσίας. Μεταξύ άλλων, για τη διασφάλιση της αμεροληψίας, πρότεινε να προβλεφθεί η ανάθεση κάθε εσωτερικής έρευνας σε αξιωματικό άλλης Διεύθυνσης από εκείνη στην οποία υπηρετούν οι εγκαλούμενοι. Επιπλέον πρότεινε να είναι υποχρεωτική η θέση σε διαθεσιμότητα σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης για συγκεκριμένα αδικήματα, η διατήρηση του βιντεοληπτικού υλικού σε περιπτώσεις περιστατικών βίας και η εξέταση μαρτύρων κατ’ αντιπαράσταση στην πειθαρχική διαδικασία. Τέλος, πρότεινε την πρόβλεψη διοικητικής προστασίας όσων καταγγέλλουν αστυνομική βία, στο πρότυπο της ήδη προβλεπόμενης προστασίας μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος σε υποθέσεις διαφθοράς. Ορισμένες από τις προτάσεις αυτές έγιναν στη συνέχεια δεκτές από τον νομοθέτη, όπως μεταξύ άλλων η εξασφάλιση υπηρεσιακής απόστασης μεταξύ διενεργούντος την έρευνα και ελεγχόμενου, ενώ το 2020 η άσκηση της ειδικής αρμοδιότητας του Συνηγόρου του Πολίτη ενισχύθηκε με θεσμικά μέσα, όπως η δυνατότητα για απευθείας κλήτευση μαρτύρων, λήψη ένορκων καταθέσεων και παραγγελία πραγματογνωμοσύνης.

Στη δεύτερη σχετική έκθεσή του το 2019, ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε αύξηση των καταγγελιών για συμπεριφορές με ρατσιστικό κίνητρο, «τόσο ποσοστιαία όσο και σε απόλυτους αριθμούς, […]γεγονός ενδεικτικό, όχι της ενίσχυσης του ρατσιστικού φαινομένου, αλλά της τάσης να καταγραφεί και να διερευνηθεί». Ταυτόχρονα όμως σημείωσε «δυστοκία διερεύνησης και τεκμηρίωσης» στις έρευνες για τη συγκεκριμένη κατηγορία υποθέσεων και συχνή παράλειψη της διερεύνησης ρατσιστικού κινήτρου, παρά τη σχετική μνεία στις αντίστοιχες εσωτερικές εγκυκλίους. Στην ίδια έκθεση, αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση καταγγελίας για αναρτήσεις ρητορικής μίσους από κλειστή ομάδα αστυνομικών σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης: παρά τη ρητή μνεία στη διαταγή διενέργειας της υποχρέωσης «να καταχωρηθούν πλήρως αιτιολογημένες εκτιμήσεις και συμπεράσματα για την ύπαρξη ή μη ρατσιστικού κινήτρου στη συμπεριφορά των αστυνομικών, στοιχεία που πρέπει να προκύπτουν από το ανακριτικό υλικό», όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκε κανένα από τα διαθέσιμα στοιχεία, αλλά επί πλέον έγινε δεκτό ότι το περιεχόμενο των επίμαχων αναρτήσεων «μπορεί επιμέρους να θεωρηθεί σατυρικό».

Στην τρίτη σχετική έκθεσή του το 2020, ο Συνήγορος του Πολίτη εστίασε στην αυξανόμενη συχνότητα καταγγελιών για αστυνομική αυθαιρεσία κατά προσώπων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες. Για περιπτώσεις έφηβων θυμάτων, επισήμανε πως «η, ανάλογη με την ηλικία των νεαρών ατόμων, κοινωνική εμπειρία και ψυχολογική συγκρότηση και η συνακόλουθη ψυχολογία φόβου ή εχθρότητας τροφοδοτείται από αντιδεοντολογική ή βίαιη συμπεριφορά εκ μέρους των ένστολων εκπροσώπων των σωμάτων ασφαλείας», ενώ για περιπτώσεις αλλοδαπών θυμάτων, ότι πληθαίνουν «σε ελέγχους προσώπων οι καταγγελίες προσβλητικής συμπεριφοράς με ρατσιστικό κίνητρο». Σε λιγότερες αλλά ενδεικτικές περιπτώσεις εμφανίζεται το στοιχείο της διάκρισης κατά προσώπων είτε λόγω φυλετικής καταγωγής (Ρομά) σε ελέγχους προσώπων, συλλήψεις και προσαγωγές ή κατά τη βεβαίωση διοικητικών παραβάσεων, είτε λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, χαρακτηριστικών ή ταυτότητας φύλου. Σε χαρακτηριστική περίπτωση καταγγελίας για ρατσιστική συμπεριφορά σε βάρος Αλβανού νέου κατά τη διάρκεια ελέγχου στοιχείων στο κέντρο της Αθήνας, ο Συνήγορος του Πολίτη ανέπεμψε προς συμπλήρωση έρευνα η οποία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα λεχθέντα εκ μέρους των αστυνομικών ήταν «απλοί αστεϊσμοί».

Από την τέταρτη δημοσιευμένη έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη το 2021, αξίζει να επισημανθεί η αναπομπή διοικητικής έρευνας για συστηματικές αναρτήσεις κλειστής ομάδας αστυνομικών σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης με ρατσιστικό και βίαιο περιεχόμενο με το προφίλ «Σκυλιά του Πολέμου – The Comeback» και ηλεκτρονική διεύθυνση fyssas@maxairomenos.com, η οποία επιπλέον είχε διαδεχθεί τα προφίλ «Σκυλιά του Πολέμου Reloaded» και «Σκυλιά του Πολέμου Cannot Die» όταν εκείνα έκλειναν λόγω παραβίασης των όρων χρήσης τους.

Τέλος, στην τελευταία μέχρι στιγμής δημοσιευμένη έκθεση του 2022, ο Συνήγορος του Πολίτη συνοψίζει την εμπειρία του με την πικρή διαπίστωση πως «η συστηματικότητα, με την οποία καταγράφονται σε κάθε σχεδόν ετήσια έκθεση […] οι ίδιες πλημμέλειες και ελλείψεις ως προς την εσωτερική διαδικασία διερεύνησης πειθαρχικών παραπτωμάτων και, ως εκ τούτου, η ανθεκτικότητά τους στο χρόνο, παρά τις επίμονες συστάσεις και επανειλημμένες παρεμβάσεις […] την οδήγησε να επισημάνει τον κίνδυνο μεταξύ χάρτινης και πραγματικής νομοθεσίας. […] Οι φετινές διαπιστώσεις […] δεν έρχονται απλά να επιβεβαιώσουν την ίδια τάση, αλλά να καταγράψουν έναν νέο κίνδυνο που αναδύεται από την όξυνση των ήδη καταγεγραμμένων πλημμελειών. […] Η εμπειρική θεμελίωση ενισχύεται ακόμη περισσότερο αν, αντί των πορισμάτων της Αρχής, τεθούν ως βάση οι πειθαρχικές πορισματικές εκθέσεις της ΕΛΑΣ, στις οποίες η πρόταση αρχειοθέτησης προβάλλεται ως μόνιμη, σχεδόν, επωδός για τη συντριπτική πλειοψηφία των διεξαχθέντων πειθαρχικών ελέγχων».

Επιπλέον, η έκθεση επισημαίνει ότι «για μια σειρά υποθέσεων δεν υπήρξε ο παραμικρός έλεγχος ως προς τη συνδρομή ή μη ρατσιστικού κινήτρου σε συνδυασμό με καταγγελίες που αφορούσαν κυρίως παράνομες προσβολές της σωματικής ακεραιότητας ή/και κατά της προσωπικής ελευθερίας και, μάλιστα, παρά το γεγονός ότι σε πολλές από αυτές η ρατσιστική-διακριτική συμπεριφορά αποτέλεσε τμήμα του περιεχομένου τους». Στην ίδια έκθεση αναφέρεται συμπερασματικά πως η ΕΛΑΣ, όποτε αναγκάζεται να διερευνήσει ενδεχόμενο ρατσιστικό κίνητρο, αρνείται ρητά να συνεκτιμήσει το πειθαρχικό παρελθόν του ελεγχόμενου αστυνομικού, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη νέα κύρωση για τα ίδια παλαιότερα και ήδη κριθέντα περιστατικά. Επαναλαμβάνεται επίσης «η διαπίστωση ότι στην πλειοψηφία τους οι σχετικές καταγγελίες […] προέρχονταν στη μεγάλη πλειοψηφία τους από συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού και συγκεκριμένα από νεαρά άτομα, γυναίκες, αλλοδαπούς και Ρομά, επικυρώνοντας την τάση των προηγούμενων ετών. […] Συναφείς καταγγελίες προήλθαν επίσης από άτομα συγκεκριμένων ιδεολογικών πεποιθήσεων […], σεξουαλικού προσανατολισμού […], καθώς και από ψυχικά ασθενείς […]. Η στοχοποίηση των ομάδων αυτών δεν τροφοδοτεί απλά τον σκοτεινό αριθμό της θυματοποίησής τους για λόγους που εν πολλοίς αντλούνται από την ανίσχυρη κοινωνική θέση τους […], αλλά επιπλέον συμβάλλει στην ανακύκλωση κοινωνικών στερεοτύπων, καλλιεργώντας ή εντείνοντας συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού και κοινωνικής αντιπαλότητας».

Αν κάτι θα μπορούσε να συναχθεί διαχρονικά από την αλληλουχία των εκθέσεων του Συνηγόρου του Πολίτη κατά την άσκηση της συγκεκριμένης ειδικής αρμοδιότητάς του, αυτό ίσως είναι η σταδιακή μετάπτωση από την αισιοδοξία στη ματαιότητα, καθώς τα φαινόμενα πλημμελών πειθαρχικών ερευνών πολλαπλασιάζονται και οι αντίστοιχες υποδείξεις αγνοούνται. Την ίδια, άλλωστε, αίσθηση ματαιοπονίας επιτείνει και η πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Torosian κατά Ελλάδας 7.7.2022, Β.Υ. κατά Ελλάδας 26.1.2023), με κοινό συμπέρασμα πως οι προσφεύγοντες «δεν επωφελήθηκαν από μια αποτελεσματική έρευνα, τόσο σε ποινικό όσο και σε πειθαρχικό επίπεδο».

Σημαίνουν, άραγε, τα παραπάνω πως εν τέλει είναι άσκοπο να εστιάζει κανείς στη βελτίωση των πειθαρχικών διαδικασιών; Ίσως άσκοπο θα μπορούσε κάτι τέτοιο να θεωρηθεί μόνον ως διάψευση της αισιόδοξης ελπίδας ότι τα φαινόμενα αστυνομικής αυθαιρεσίας είναι δυνατό να καταπολεμηθούν αποκλειστικά διά της καλύτερης οργάνωσης αυτών των διαδικασιών. Η αλήθεια όμως είναι πως η βελτίωση των διαδικασιών αυτών διατηρεί μεν τη σημασία της ως στοιχείο του κράτους δικαίου, πλην όμως θα αποτελούσε αυταπάτη να επαφεθεί κανείς μόνο στην παρακολούθηση της αστυνομικής δράσης και στην καταστολή της αυθαιρεσίας. Αποτελεσματική πρόληψη τέτοιων φαινομένων θα μπορούσε να στηριχτεί μόνο στην εκπαίδευση των στελεχών της αστυνομίας, σε διαρκή επαφή και συνεργασία με εξωϋπηρεσιακούς ακαδημαϊκούς θεσμούς και με φορείς της κοινωνίας πολιτών.

 

Κοινοποίηση:

Σχετικά άρθρα
Clear Filters

Η σύγχρονη ιστορία της δημοκρατικής Αστυνομίας στη Γερμανία αρχίζει με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Μετά την ήττα των εθνικοσοσιαλιστών στον εξολοθρευτικό πόλεμο που είχαν προκαλέσει και την απελευθέρωση της χώρας από τον φασισμό από τις συμμαχικές δυνάμεις, η Γερμανία βρέθηκε μπροστά σε ένα ριζικό νέο ξεκίνημα.

Στο δεύτερο σημείωμα του Παρατηρητηρίου της Ακροδεξιάς καταγράφουμε τη δυναμική που ανέπτυξε η ελληνική Ακροδεξιά εντός και εκτός ΝΔ στην πολυήμερη αντιπαράθεση για το νομοσχέδιο περί ισότητας στο γάμο.

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και στις υπηρεσίες που προσφέρουμε.