Scroll Top

Χαρτογράφηση της ελληνικής Ακροδεξιάς

Εισαγωγή

Η ακροδεξιά αποτελεί μια διαχρονική σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της ελληνικής πολιτικής. Στις διάφορες εκδοχές της καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις όχι μόνο μετά τον δεύτερο ευρωκεντρικό πόλεμο (τον ευρέως λεγόμενο και γνωστό ως Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο) αλλά και μετά από την πτώση της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών τον Ιούλιο 1974. Μια πλήρης και εξαντλητική χαρτογράφηση της ενδεχομένως να παραμένει ανέφικτη, ωστόσο παρακάτω ακολουθεί μια απόπειρα καταγραφής των πιο σημαντικών ή/και επιδραστικών κομμάτων, σχηματισμών, ομάδων και προσώπων του χώρου της ακροδεξιάς στην Ελλάδα από το 1974 έως και σήμερα.

Ο χώρος της ακροδεξιάς ως προς τις ιδεολογικές του αναφορές είναι δυνατό να κατηγοριοποιηθεί σε αδρές γραμμές στα εξής ρεύματα:

Φιλοβασιλικό

Περιλαμβάνονται οργανώσεις και ομάδες που υπερασπίζονται τον θεσμό της μοναρχίας, νοσταλγούν την εποχή που το πολίτευμα της Ελλάδας ήταν η βασιλεία προσβλέποντας και προσδοκώντας την παλινόρθωση της μοναρχίας με την επιστροφή του βασιλιά ως κορυφή του κράτους.

Φιλοχουντικό

Σε αυτό ανήκουν πρόσωπα, οργανώσεις και κόμματα που μετά από την πτώση της δικτατορίας και την καταδίκη των πραξικοπηματιών και των βασανιστών στράφηκαν στην υπεράσπισή τους και στην προώθηση του αιτήματος περί αμνήστευσης και απονομής χάριτος. Με το πέρασμα των χρόνων και την πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση ακροδεξιών πολιτικών και ρητορικής πλέον υπερασπίζονται ανοιχτά τη δικτατορία και την ιδεολογία της στη βάση ενός δημοφιλούς διπόλου ότι αφ’ ενός Ελλάδα ούτως ή άλλως σημαίνει «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» και αφ’ ετέρου ότι «ναι αλλά στη χούντα κοιμόμασταν με τα παράθυρα ανοιχτά».

Φασιστικό / Ναζιστικό

Σε αυτό συγκαταλέγονται ορισμένοι από τους πιο επιφανείς και προβεβλημένους εκπροσώπους του χώρου της ακροδεξιάς στην Ελλάδα. Η Χρυσή Αυγή αποτελεί την πιο γνωστή εκδοχή αυτού του ρεύματος αλλά ασφαλώς δεν είναι η μόνη. Εμπνέονται από τον φασισμό και τον ναζισμό των δεκαετιών του 1920 και 1930, όπως τους γνώρισε η Ευρώπη, και τους υπερασπίζονται, όπως επίσης υπερασπίζονται τον ρατσισμό, τη λευκή υπεροχή και τον φυλετικό διαχωρισμό.

Χριστιανικό

Πρόκειται για κόμματα και ομάδες που προτάσσουν την ανάγκη η Ελλάδα να παραμείνει ένα αμιγώς ορθόδοξο χριστιανικό κράτος που υπερασπίζεται ανοικτά τις λεγόμενες χριστιανικές αξίες. Είναι σύνηθες να διατυπώνουν αντι-ισλαμιστικές και ισλαμοφοβικές απόψεις και να πρόσκεινται στον Vladimir Putin.

Lorem ipsum dolor sit amet, consectetur adipiscing elit, sed do eiusmod tempor incididunt ut labore

et dolore magna aliqua. Ut enim ad minim veniam, quis nostrud exercitation ullamco laboris nisi ut aliquip ex ea commodo consequat. Duis aute irure dolor in reprehenderit in voluptate velit esse cillum dolore eu fugiat nulla pariatur. Excepteur sint occaecat cupidatat non proident, sunt in culpa qui officia deserunt mollit anim id est laborum.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα ρεύματα αυτά επικαλύπτονται και είναι συχνό ομάδες και άτομα να εκφράζονται από περισσότερα από ένα ρεύματα σκέψης. Για παράδειγμα, μπορεί ένας Έλληνας ναζί να είναι και φιλοχουντικός ή να υπερασπίζεται την Ορθοδοξία, ενώ είναι γνωστό ότι ο δωδεκαθεϊσμός είναι διαδεδομένος στους κόλπους της ελληνικής ακροδεξιάς. Υπό αυτή την έννοια, η προηγούμενη αναφορά σε ρεύματα εντός του ελληνικού ακροδεξιού χώρου δεν φιλοδοξεί να εισαγάγει μια απόλυτη κατηγοριοποίηση στην οποία θα πρέπει όλοι και όλες οι ομάδες, τα κόμματα και οι οργανώσεις της να υπαχθούν. Φιλοδοξεί περισσότερο να καταγράψει όσο το δυνατόν περισσότερες από αυτές τις ομάδες και πρόσωπα και να είναι ενδεικτική των βασικών ιδεολογικών και πολιτικών αναφορών τους. Εξάλλου, ο ακροδεξιός χώρος επιδεικνύει διαχρονικά και σταθερά μια αξιόλογη κινητικότητα η οποία καθιστά κάθε απόπειρα εξαντλητικής καταγραφής και κυρίως κατηγοριοποίησής του και σε ιδεολογικό επίπεδο μάλλον αδύνατη και μάταιη.

Πέρα από τη δική της δράση, η οποία έχει αναδείξει τον ακροδεξιό χώρο σε πρωταγωνιστή στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα εδώ και δεκαετίες πλέον, η ακροδεξιά στην Ελλάδα έχει βοηθηθεί στο να κερδίσει δημοσιότητα, αναγνωρισιμότητα και εκλογική πελατεία και από μια σειρά εξελίξεων. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και τη διαμάχη για το όνομα της τότε λεγόμενης Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) και τη διαμάχη λίγα χρόνια αργότερα σχετικά με τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, η ακροδεξιά έχει τραφεί και έχει πετύχει να βγει από την κόγχη της και να βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής. Το ίδιο συνέβη και με το επεισόδιο των Ιμίων την ίδια δεκαετία (Ιανουάριος 1996), όταν η Ελλάδα και η Τουρκία έφτασαν κοντά στο ενδεχόμενο μιας μορφής πολεμικής σύγκρουσης—κατά μία τουλάχιστον αφήγηση—σχετικά με την κυριότητα των βραχονησίδων αυτών. Ειδικότερα το γεγονός των Ιμίων έχει βοηθήσει ακροδεξιές ομάδες προεξαρχούσης της Χρυσής Αυγής να διεκδικήσουν και σε μεγάλο βαθμό να οικειοποιηθούν τη μνήμη του αποδίδοντας στον εορτασμό της επετείου του τον χαρακτήρα εθνικιστικής γιορτής εναντίον της Τουρκίας. Στο πιο πρόσφατο παρελθόν, η ακροδεξιά έχει ενισχυθεί από την αντίθεση τόσο της ίδιας όσο και της Νέας Δημοκρατίας στην κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, της συμφωνίας δηλαδή η οποία έδωσε μια οριστική λύση στο ζήτημα της ονοματοδοσίας του σημερινού πλέον κράτους της Βόρειας Μακεδονίας (πρώην ΠΓΔΜ). Είναι, επίσης, σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι η ακροδεξιά πέτυχε να επανέλθει στο προσκήνιο της κεντρικής πολιτικής σκηνής με όρους αντισυστημικής δράσης και ρητορικής την περίοδο ψήφισης των «Μνημονίων», όπως και πιο πρόσφατα κατά τη διάρκεια της πανδημίας της COVID-19, κυρίως μέσω της εναντίωσής της στον υποχρεωτικό εμβολιασμό εναντίον της που προωθήθηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Εκτός από το ότι το τελευταίο συνέβη σε μια εποχή που η ακροδεξιά είχε κατά μία έννοια επιστρέψει στην κόγχη της και αναζητούσε εκ νέου τον βηματισμό της ώστε να επανέλθει στο προσκήνιο έπειτα από την καταδίκη της ηγετικής ομάδας της Χρυσής Αυγής, η συγκεκριμένη επάνοδος ενέχει έντονα τα χαρακτηριστικά της εναντίωσης στην επιστήμη, της αμφισβήτησής της και εν γένει το στοιχείο του ανορθολογισμού από το οποίο τόσο η ακροδεξιά όσο και ο εθνικισμός διαχρονικά διέπονται και τρέφονται. Πρόκειται για μια εξέλιξη με τις επιπτώσεις της οποίας ήδη είμαστε αντιμέτωποι-ες αλλά ασφαλώς δεν έχουμε ακόμα δει σε όλο τους το βάθος και την έκταση. Επιπλέον, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την εμφάνιση του μεταναστευτικού στην Ελλάδα και μέχρι και σήμερα, η ακροδεξιά σταθερά κεφαλαιοποιεί τη ρατσιστική πολιτική και ρητορική του ελληνικού κράτους έναντι των μεταναστευτικών και προσφυγικών πληθυσμών. Αρχικά στρεφόμενη εναντίον των μεταναστ(ρι)ών κυρίως από την Αλβανία και ακολούθως εναντίον προσφύγων και μεταναστ(ρι)ών από τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, η ακροδεξιά έχει επιτύχει να επιβάλει σε σημαντικό βαθμό την ατζέντα της στο συγκεκριμένο πεδίο. Οι μεταλλάξεις της ρητορικής της από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα στο πεδίο αυτό είναι αξιοσημείωτες (από τους «τηγανοκέφαλους Αλβανούς στους Μουσουλμάνους που δεν ενσωματώνονται και θέλουν να μας αντικαταστήσουν εφαρμόζοντας το σχέδιο της Νέας Τάξης Πραγμάτων»). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αποτυπώνουν τον βασικό πυρήνα της ιδεολογίας της, δηλαδή το αίτημα για φυλετική καθαρότητα και το πρόταγμα της λευκής ανωτερότητας. Αποτυπώνουν, με άλλα λόγια, γλαφυρά τον πυρήνα της ρατσιστικής τους θεώρησης που βρίσκεται πίσω από τις μεταλλάξεις της ρητορικής τους. Τέλος, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για τον γάμο ατόμων του ιδίου φύλου, ένα ζήτημα που ευνοεί την ακροδεξιά ρητορική και φαίνεται προς το παρόν να της επιτρέπει να κερδίζει τουλάχιστον σε δημοσιότητα και προβολή των θέσεών της δεδομένης και της εναντίωσης μεγάλης μερίδας της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας στην εν λόγω νομοθετική ρύθμιση. Είναι εξάλλου δεδομένο ότι η ακροδεξιά και η ρητορική της θα ενισχυθούν περαιτέρω, σε περίπτωση που η πρόταση νόμου αλλά και ο μελλοντικός, βάσει της πρότασης αυτής, νόμος περιλαμβάνει περιορισμούς ως προς την τεκνοθεσία από τα ζευγάρια των ανδρών, όπως τουλάχιστον έχει ήδη ανακοινώσει ο Πρωθυπουργός σε συνέντευξή του και προβλέπεται στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου.

Χαρτογράφηση

Η χαρτογράφηση που ακολουθεί δεν έχει έναν αμιγώς ιστορικό χαρακτήρα: Επιδιώκει αρχικά να καταγράψει τις σημαντικότερες και επιδραστικότερες οργανώσεις, ομάδες και προσωπικότητες του ελληνικού ακροδεξιού χώρου από την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1974 μέχρι και σήμερα. Πέρα, όμως, από αυτό, η χαρτογράφηση επιδιώκει μέσω αυτής της καταγραφής να αναδείξει τους κοινούς τόπους, τις κοινές ρητορικές, τις ιδεολογικές αρχές, όπως και τις κοινές πρακτικές και μορφές δράσης της ακροδεξιάς όλες αυτές τις δεκαετίες. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται η ιστορική, ιδεολογική, πολιτική και κοινωνική συνέχεια της ακροδεξιάς από το 1974 και έπειτα. Η επίγνωση αυτής της συνέχειας είναι σημαντικό στοιχείο τόσο για τη μελέτη όσο και για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, τόσο στο επίπεδο των ιδεών όσο και σε πολιτικό επίπεδο, ειδικά σε μια πολιτική συγκυρία κατά την οποία προβλέπεται άνοδος των εκλογικών ποσοστών των ακροδεξιών κομμάτων στις επερχόμενες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο 2024. Επιπλέον, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου αυτές τις συνέχειες, καθώς και στην Ελλάδα παρατηρείται ήδη μια αύξηση και ένταση της δημόσιας παρουσίας και των επιθέσεων ακροδεξιών και λοιπών φασιστικών ομάδων και σχηματισμών σε χώρους του ανταγωνιστικού κινήματος (για παράδειγμα, η αναγραφή συνθημάτων και άλλων παρεμβάσεών της στον δημόσιο χώρο, επίθεση στην κατάληψη “Παπουτσάδικο” στο Χαϊδάρι, κ.ά.). Με βάση αυτό το σκεπτικό, η καταγραφή του χώρου της ακροδεξιάς στις πρώτες δεκαετίες έπειτα από την πτώση της δικτατορίας δίνει έμφαση στην ιστορική αποτύπωση των διεργασιών στον χώρο αυτό, ενώ για το πιο πρόσφατο παρελθόν (2000-έως σήμερα) η έμφαση δίνεται στις πολιτικές και ιδεολογικές διεργασίες με τις απαραίτητες ασφαλώς αναφορές στα πρόσωπα που μαρτυρούν τη συνέχεια και τις εκλεκτικές συγγένειες της ακροδεξιάς στην Ελλάδα.

Η χαρτογράφηση ακολουθεί χρονολογική σειρά: Ξεκινά από τον Ιούλιο 1974 και συνεχίζει ανά δεκαετία. Όταν ομάδες και πρόσωπα εκτείνονται σε περισσότερες της μίας δεκαετίες, υπάρχει μια ξεχωριστή καταγραφή για τις αντίστοιχες περιόδους. Η χαρτογράφηση θα ανανεώνεται, όταν υπάρχουν σημαντικές και αξιόλογες εξελίξεις στον χώρο της ελληνικής ακροδεξιάς.

1974 - 1979

Lorem ipsum dolor sit amet, consectetur adipiscing elit, sed do eiusmod tempor incididunt ut labore

et dolore magna aliqua. Ut enim ad minim veniam, quis nostrud exercitation ullamco laboris nisi ut aliquip ex ea commodo consequat. Duis aute irure dolor in reprehenderit in voluptate velit esse cillum dolore eu fugiat nulla pariatur. Excepteur sint occaecat cupidatat non proident, sunt in culpa qui officia deserunt mollit anim id est laborum.

Εθνική Δημοκρατική Ένωσις

Η ΕΔΕ με την ολιγόμηνη πολιτική της παρουσία αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα εκλογικής συμμετοχής της ακροδεξιάς μεταπολιτευτικά (Νοέμβριος 1974). Επικεφαλής της ΕΔΕ τέθηκε ο Πέτρος Γαρουφαλιάς (πρώην βουλευτής της Ένωσης Κέντρου) ο οποίος είχε εμπλοκή στα γεγονότα της «αποστασίας» και στις δολοπλοκίες του θρόνου που πυροδότησαν την πολιτική αστάθεια στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Στη νέα πολιτική συγκυρία, η ΕΔΕ ανέλαβε τον ρόλο της πολιτικής συσπείρωσης των νοσταλγών του χουντικού καθεστώτος, των φιλοβασιλικών και ευρύτερα των «εθνικοφρόνων». Ταυτόχρονα, φιλοδοξούσε να λειτουργήσει ως πολιτική κάλυψη για πρόσωπα που έδρασαν υποστηρικτικά προς το δικτατορικό καθεστώς σε μια προσπάθεια αποκατάστασής τους στο πλαίσιο του ελεύθερου κομματικού ανταγωνισμού ενόψει των πρώτων μεταπολιτευτικών εκλογών .

Σε ιδεολογικό επίπεδο η ΕΔΕ, επιθυμώντας να εκφράσει την ιδεολογία της μεταπολεμικής «εθνικοφροσύνης», τασσόταν υπέρ της προάσπισης του έθνους και διακήρυττε την ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του σκληρού πυρήνα του κρατικού μηχανισμού (ένοπλες δυνάμεις και σώματα ασφαλείας), ενώ με την αντικομμουνιστική της ρητορική στηλίτευε τη νομιμοποίηση των κομμάτων και των οργανώσεων της Αριστεράς. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί η σφοδρή πολεμική που άσκησε στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή τον οποίο αποκαλούσε «αποστάτη της εθνικής παρατάξεως». Ωστόσο, ο αριστερόστροφος πολιτικός ριζοσπαστισμός της περιόδου, η απορρόφηση της ψήφου των «εθνικοφρόνων» από τη νεοσύστατη τότε Νέα Δημοκρατία και η συσσωρευμένη κοινωνική οργή για τους νοσταλγούς της δικτατορίας δεν άφησαν περιθώρια εκλογικής επιτυχίας για την ΕΔΕ (1,07%). Γεγονός που ίσως είχε ήδη διαφανεί, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι προεκλογικές συγκεντρώσεις του κόμματος εξελίσσονταν σε εκδηλώσεις γελοιοποίησης του επικεφαλής της από πλήθος ατόμων που συνέρρεαν γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό φωνάζοντας συνθήματα όπως, «Σώσε τη χούντα από τον λαό» ή «Πήδα κάτω αρχηγέ» κ.α.

Η σταδιακή πολιτική και οργανωτική ανασύνταξη της ελληνικής ακροδεξιάς συντελέστηκε ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Νοεμβρίου 1977 με τη συγκρότηση του μετωπικού σχηματισμού της Εθνικής Παράταξης, η οποία συσπείρωσε στο εσωτερικό της ένα ετερόκλητο ιδεολογικά πλήθος υποστηρικτών της μοναρχίας, νοσταλγών της δικτατορίας και νέων εθνικιστών. Έχοντας ως επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό των κυβερνήσεων «αποστασίας» Στέφανο Στεφανόπουλο και τον παραιτηθέντα μετά το δημοψήφισμα για το πολιτειακό (Δεκέμβριος 1974) φιλοβασιλικό βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Σπύρο Θεοτόκη, η Εθνική Παράταξη δημιουργήθηκε μετά από πρωτοβουλία του εκδότη της φιλοχουντικής εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος Σάββα Κωνσταντόπουλου και του εφοπλιστή Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες αυτές έλαβαν χώρα στο πλαίσιο επαφών που δρομολογήθηκαν μεταξύ στελεχών της προδικτατορικής Δεξιάς και προσώπων του ακροδεξιού χώρου τα οποία αντιστρέφονταν την πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή θεωρώντας τον υπεύθυνο για τη «διάσπαση της εθνικόφρονος παρατάξεως». Κεντρική επιδίωξη της Εθνικής Παράταξης ήταν να εκφράσει την ιδεολογική παρακαταθήκη και την αναβίωση των αρχών της «εθνικοφροσύνης», ενώ με πολιτικούς όρους επιθυμούσε να εμφανίζεται ως η ιστορική συνέχεια της μετεμφυλιακής Δεξιάς, λειτουργώντας ως ανταγωνιστικός πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις του κόμματος, στον πυρήνα της ιδεολογίας του βρίσκονταν ο εθνικισμός, ο αντικομμουνισμός, η συντηρητική ηθική, η διασφάλιση της «εθνικής άμυνας» από εξωτερικούς κινδύνους, ενώ κυριαρχούσε η προώθηση του δόγματος «νόμος, τάξη και ασφάλεια». Μάλιστα, γι’ αυτό τον σκοπό ιδιαίτερη σημασία δινόταν στην υπεράσπιση του κύρους των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα αποδοκιμάζονταν με σθεναρό τρόπο οι διαδικασίες εκδημοκρατισμού και «αποχουντοποίησης» εντός του κρατικού μηχανισμού που βρίσκονταν σε εξέλιξη κατά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Στην ίδια κατεύθυνση, διαμέσου των εκπροσώπων του κόμματος προπαγανδίζονταν η ανάγκη για αποκατάσταση των πραξικοπηματιών (αμνηστία των «πρωταιτίων») και η αναθεώρηση του πολιτειακού ζητήματος με την προβολή του αιτήματος για παλινόρθωση της μοναρχίας.

Αν και η Εθνική Παράταξη κατάφερε να συγκεντρώσει ένα αξιόλογο ποσοστό στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 1977 (6,82%) εκλέγοντας 5 βουλευτές, εντούτοις δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί πολιτικά το γεγονός σημειώνοντας ισχνή κοινοβουλευτική παρουσία. Κι αυτό γιατί στο εσωτερικό της, παρά τις διακηρύξεις περί ενότητας, επικράτησαν διαμάχες λόγω των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των επιμέρους ιδεολογικών τάσεων οι οποίες πυροδότησαν με τη σειρά τους τη σταδιακή αποσύνθεση του κόμματος έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Παράλληλα, το ίδιο διάστημα μερίδα βουλευτών της Εθνικής Παράταξης προσεγγίστηκε από τη Νέα Δημοκρατία και ενσωματώθηκε πολιτικά σε αυτή, όπως για παράδειγμα ο δεύτερος στην ιεραρχία του κόμματος Θεοτόκης, ο οποίος στις εκλογές του Οκτωβρίου 1981 ήταν υποψήφιος βουλευτής Επικρατείας έχοντας επιστρέψει στις τάξεις της κατεστημένης Δεξιάς.

Ελληνική Νεολαία Εθνικής Παρατάξεως

H ΕΝΕΠ αποτέλεσε την επίσημη πολιτική νεολαία της Εθνικής Παράταξης, η οποία, μέσω της δυναμικής παρουσίας της, συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εκλογική επιτυχία του κόμματος στις εκλογές του Νοεμβρίου 1977. Εντός της ΕΝΕΠ συνυπήρχαν δύο διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις: Από τη μία πλευρά η ομάδα «Κίνημα» με επικεφαλής τον Πολύδωρο Δάκογλου που προωθούσε τον «Ελληνικό Εθνικισμό» και από την άλλη η ομάδα του Θεόδωρου Περρωτή, η οποία συνδεόταν με πρόσωπα που βρίσκονταν εγγύτερα στους κύκλους του πρώην δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου. Εξ αρχής η ηγεσία της νεολαίας είχε ανατεθεί στον Δάκογλου ο οποίος προσπάθησε να προσδώσει δυναμικό και κινηματικό χαρακτήρα στην ΕΝΕΠ (αφισοκολλήσεις, αναγραφή συνθημάτων, πορείες), επιδιώκοντας μεταξύ άλλων την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση με τις δραστήριες οργανώσεις της Αριστεράς. Σε αυτήν την κατεύθυνση συγκροτήθηκε στον χώρο των πανεπιστημίων η Φοιτητική Εθνική Αγωνιστική Κίνηση (ΦΕΑΚ) που είχε όμως περιορισμένη απήχηση. Έντυπο όργανο της οργάνωσης νεολαίας υπήρξε η εφημερίδα Ελληνικόν Θάρρος μέσω της οποίας διακηρύσσονταν οι πολιτικοί στόχοι της ΕΝΕΠ, που συνοψίζονταν στον αγώνα κατά του «πολιτικού κατεστημένου», του «παλαιοκομματισμού», της «διαφθοράς» και της «παρακμής». Σε ιδεολογικό επίπεδο ο εθνικισμός χαρακτηριζόταν από τους ιθύνοντες της οργάνωσης ως «φυσική ιδεολογία του ανθρώπου», ενώ συμπληρωνόταν με τον φανατικό αντικομμουνισμό σε επίπεδο ρητορικής αλλά και πολιτικών πρακτικών.

Ο κύκλος δραστηριοτήτων της ΕΝΕΠ υπήρξε σχετικά σύντομος καθώς αναπόφευκτα ακολούθησε την πορεία αποδιοργάνωσης του κόμματος της Εθνικής Παράταξης. Μάλιστα, κορυφαία στελέχη της ΕΝΕΠ, όπως ο Ανδρέας Δενδρινός, είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα του 1978 να εκφράζουν δριμύτατη κριτική προς την ηγεσία του κόμματος κατηγορώντας την για «πολιτική ανυπαρξία», «διχασμό της παράταξης», «δημαγωγία» και «εγκατάλειψη της νεολαίας». Αποτέλεσμα των παραπάνω διεργασιών ήταν η οριστική διαγραφή στις 22 Μαρτίου 1979 ολόκληρης της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΝΕΠ (ομάδα «Κίνημα») από τον επικεφαλής του κόμματος Στέφανο Στεφανόπουλο. Ο τελευταίος ακολούθως παραχώρησε την ηγεσία της νεολαίας στην ομάδα του Περρωτή, η οποία τελικά δεν κατάφερε να εμποδίσει την οριστική διάλυση της νεολαίας στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική ανθρωπογεωγραφία του ακροδεξιού χώρου της δεκαετίας του 1980 έως ένα σημαντικό βαθμό διαμορφώθηκε από τους μετασχηματισμούς και τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης νεολαίας.

Μία από τις διακριτές ιδεολογικές τάσεις της ελληνικής ακροδεξιάς αποτέλεσαν οι οργανώσεις που δραστηριοποιήθηκαν σε πρώτο χρόνο για την υποστήριξη του θεσμού της μοναρχίας πάνω στο ζήτημα του πολιτειακού που έθεσε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με το δημοψήφισμα (8 Δεκεμβρίου 1974). Οι φιλοβασιλικές οργανώσεις που συγκροτήθηκαν εμφανίζονταν με ποικίλες οργανωτικές μορφές ως σύλλογοι, σωματεία και σπανιότερα κόμματα, τα οποία κατά βάση συνεργάζονταν μεταξύ τους, όμως, πολλές φορές αλληλοϋπονομεύονταν, ασχέτως αν σε θεωρητικό επίπεδο εξυπηρετούσαν τον ίδιο μονοθεματικό πολιτικό σκοπό. Στην πλειονότητά τους ήταν συνήθως προσωποπαγείς και αποτελούνταν από μικρό αριθμό μελών, ενώ κάποιες από αυτές λειτουργούσαν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Την υπόθεση υποστήριξης της μοναρχίας στο δημοψήφισμα, σε επίπεδο εκδοτικών εγχειρημάτων, ανέλαβε να φέρει εις πέρας ένας μικρός αριθμός φιλοβασιλικών εφημερίδων, οι οποίες αποδείχθηκαν θνησιγενείς. Αυτές ήταν το Ελληνικόν Μέλλον και η Βασιλευομένη Εθνική Δημοκρατία, ενώ υποστήριξη παρείχε και η φιλοχουντική εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος του Σάββα Κωνσταντόπουλου. Στις προαναφερθείσες θα πρέπει να προστεθεί το εβδομαδιαίο έντυπο Το Ελληνικόν Στέμμα της Δημοκρατίας του Γιώργου Καρατζαφέρη, ο οποίος σε μεταγενέστερο χρόνο διετέλεσε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας (1993-2000), ενώ από το 2000 υπήρξε ο ιδρυτής του ακροδεξιού κόμματος Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑΟΣ).

Οι φιλοβασιλικές οργανώσεις στο πλαίσιο προπαγάνδισης του πολιτικού τους μηνύματος για συσπείρωση των απανταχού «βασιλοφρόνων» απευθύνονταν σε όλους ανεξαιρέτως τους υποστηρικτές της μοναρχίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιδίωκαν να δηλώσουν με πολιτικούς όρους το ενωτικό και διαπαραταξιακό τους πνεύμα ως προς τη σημασία του θεσμού. Για παράδειγμα, η οργάνωση του υπολοχαγού Αλέξανδρου Κουντουρά σε ανακοίνωση της ανέφερε, «Η Βασιλική Εθνική Παράταξη (ΒΕΠ) ουδεμία σχέση έχει με οιονδήποτε πολιτικό πρόσωπο ή κόμμα. Δέχεται εις τους κόλπους της όλους τους Έλληνας ανεξαρτήτως κομματικής τοποθετήσεως». Ο σχεδιασμός των φιλοβασιλικών οργανώσεων για την υποστήριξη της μοναρχίας σε επίπεδο πολιτικής τακτικής εμφάνισε ποικίλες μορφές. Έτσι, αρχικά, ενόψει του δημοψηφίσματος, οι φιλοβασιλικοί επικεντρώθηκαν στον εκθειασμό της αντιδικτατορικής δράσης του Κωνσταντίνου την περίοδο της «επταετίας», ενώ προέβαλαν τη «δημοκρατικότητα του βασιλέως». Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του επικεφαλής της Πανελληνίου Κίνησης Βασιλευομένης Δημοκρατίας (ΠΚΒΔ) Σοφοκλή Τζανετή, «[…] υποστηρίζομεν τον βασιλέα. Διότι ο βασιλεύς διά της εμπράκτου και ακάμπτου αντιστάσεώς του έφερε τη δικτατορία προ αδιεξόδου και συνετέλεσε τα μέγιστα εις την κατάρρευσιν αυτής». Στο πεδίο των πολιτικών πρακτικών, τα ρεπερτόρια δράσης που υιοθέτησαν οι φιλοβασιλικές οργανώσεις περιλάμβαναν μεμονωμένες ενέργειες που συνδέθηκαν με συνωμοτικές κινήσεις στις ένοπλες δυνάμεις, ποικίλες δημόσιες παρεμβάσεις προπαγανδιστικής υφής, συμμετοχή σε επετειακές τελετές «εθνικής μνήμης» (οι λεγόμενες «γιορτές μίσους»), οργάνωση εκδηλώσεων ιδεολογικού περιεχομένου και μια χαμηλής έντασης ακτιβιστική δραστηριότητα.

Η Βασιλική Ένωσις ήταν από τις σημαντικότερες και περισσότερο δραστήριες οργανώσεις «βασιλοφρόνων». Επικεφαλής της ήταν ο υποστράτηγος ε.α. Γεώργιος Κουρούκλης, στο πρόσωπο του οποίου αντικατοπτριζόταν μια πολυσχιδής δράση και διαρκής παρουσία στον κρατικό μηχανισμό, που είχε τις ρίζες της στον Μεσοπόλεμο. Η οργάνωση διατηρούσε γραφεία σε διάφορες πόλεις της χώρας, εξέδιδε το έντυπο Βασιλικό Στέμμα, διοργάνωνε εκδηλώσεις και πραγματοποιούσε εξορμήσεις σε τόπους με ιδιαίτερο συμβολισμό για τη μοναρχία. Επιπλέον, ο επικεφαλής της υπήρξε συνιδρυτής με τον Αλέξανδρο Κουντουρά και άλλους απόστρατους αξιωματικούς της Βασιλικής Εθνικής Οργάνωσης (ΒΕΟ), η οποία μετονομάστηκε σε Βυζαντινή Εθνική Οργάνωση μετά από δικαστική απόφαση που απαγόρευε τη χρήση του όρου «βασιλική».

Ωστόσο, η δραστηριότητα των φιλοβασιλικών οργανώσεων από τις αρχές της δεκαετίας 1980 είχε αρχίσει σταδιακά να φθίνει. Έτσι, πέραν της αυτόνομης εμφάνισής τους με αφορμή το ζήτημα του πολιτειακού, της οργανωτικής τους σύμπραξης με τους χουντικούς στο κόμμα της Εθνικής Παράταξης και της συγκυριακής δυναμικής παρουσίας τους στα γεγονότα της κηδείας της πρώην βασίλισσας Φρειδερίκης (Φεβρουάριος 1981), οι φιλοβασιλικές οργανώσεις, αν και δεν εξαφανίστηκαν οριστικά, εντούτοις παρέμειναν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, όντας εγκλωβισμένες ιδεολογικά σ’ ένα παρελθόν που στένευε τα περιθώρια ουσιαστικής παρέμβασής τους.

 

Μετά το δημοψήφισμα και την οριστική ετυμηγορία για κατάργηση της βασιλείας η τακτική των φιλοβασιλικών οργανώσεων βαθμιαία άρχιζε να μετασχηματίζεται προσαρμοζόμενη στο πολιτικό περιβάλλον και στα νέα δεδομένα που προέκυψαν. Έτσι, άρχισε να παρατηρείται η όλο και συχνότερη διασύνδεση φιλοβασιλικών με τους υποστηρικτές της χούντας. Είναι γεγονός ότι οι φιλοβασιλικές οργανώσεις δεν διακρίνονταν για την ομοιογένεια και τα σαφή ιδεολογικά τους όρια, ενώ χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις στο εσωτερικό τους. Αυτή η «εγγενής» αντιφατικότητα ενισχυόταν και από το γεγονός ότι μεσαία στελέχη που υπηρέτησαν τη χούντα συσπειρώνονταν γύρω τους από πολιτικό καιροσκοπισμό, ενώ κάποιοι υπήρξαν ακόμη και ιδρυτές τους (Αλέξανδρος Κουντουράς). Ωστόσο, η ουσιαστική διακύβευση που πυροδότησε τη συνεργασία μεταξύ φιλοβασιλικών και χουντικών μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν η προσπάθεια προσέλκυσης του «προδομένου 31%», όπως ονομάστηκε, το ποσοστό εκείνο το οποίο είχε εκφραστεί υπέρ της «βασιλευομένης» και από τον ακροδεξιό χώρο θεωρείτο ιδεολογικά συμπαγές και προσεγγίσιμο.

Ως εκ τούτου, σταδιακά δημιουργήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις ώστε να επέλθει η οργανωτική σύμπραξη μεταξύ τους, η οποία, σύμφωνα με τον όρο της εποχής, πήρε το όνομα «βασιλοχουντισμός». Ο έκφραση «βασιλοχουντισμός» συνίστατο ακριβώς στο σημείο της σύγκλισης ανάμεσα στους νοσταλγούς του μετεμφυλιακού κράτους, ενώ προέκυψε επιπρόσθετα ως θέση άμυνας και ανάγκη πολιτικής επιβίωσης των οργανώσεών τους απέναντι στο ριζοσπαστικό κοινωνικό περιβάλλον στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Το πεδίο της πολιτικής σύμπλευσης φιλοβασιλικών και χουντικών αφορούσε μια σειρά ζητημάτων, όπως η «πολεμική» στάση απέναντι στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος θεωρούνταν «προδότης» της δεξιάς παράταξης, η οικειοποίηση της «εθνικοφροσύνης», η επαναφορά της μοναρχίας, η σταθερή επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου λόγω της νομιμοποίησης των κομμουνιστικών κομμάτων, η πολιτική υπεράσπιση διάφορων συνεργατών του δικτατορικού καθεστώτος εξαιτίας των διώξεων που αντιμετώπιζαν στο πλαίσιο της «αποχουντοποίησης», ενώ τέλος, κοινή συνισταμένη αποτέλεσε το σταθερό αίτημα για ενίσχυση του κύρους των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, η επιλογή που υιοθέτησε μεγάλο μέρος των «απογοητευμένων» φιλοβασιλικών από τη στάση του Καραμανλή, ήταν η συγκυριακή, όπως αποδείχθηκε, συμμετοχή μαζί με τους υποστηρικτές της χούντας στον μετωπικό πολιτικό σχηματισμό της Εθνικής Παράταξης.

Κόμμα 4ης Αυγούστου

Η πρώτη εμφάνιση του Κ4Α τοποθετείται χρονικά τον Ιούλιο 1965 μετά από τη συνένωση ολιγομελών ομάδων με δράση στον χώρο της ακροδεξιάς έχοντας ως επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Πλεύρη, τον «πατριάρχη» του ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού, σύμφωνα με τους ομοϊδεάτες του, και μέντορα μεταγενέστερων διακεκριμένων στελεχών του ακροδεξιού χώρου. Το Κ4Α από τα πρώτα χρόνια υιοθέτησε μια ιεραρχική και στρατιωτικά πειθαρχημένη δομή, ενώ το οργανόγραμμά του διακλαδίζεται σε πυρήνες υποδοχής, μαχητικούς πυρήνες, ομάδες, τομείς και φάλαγγες που υπάγονταν στην απόλυτη δικαιοδοσία του «Αρχηγού», στοιχεία που μιμήθηκε μεταγενέστερα με χαρακτηριστικό τρόπο η νεοναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή. Η οργάνωση ήδη από την πρώτη έκδοση της δεκαπενθήμερης εφημερίδας της 4η  Αυγούστου ξεκαθάρισε ότι διαπνέεται από «φυλετικές ιδέες» και πολιτικός της σκοπός είναι «να καταργήσωμεν τας δημοκρατικάς ιδέας, (διότι) αποτελούν οπισθοδρόμησιν και αναχρονισμόν εμποδίζοντα την ελευθέραν ανάπτυξιν του Έθνους». Ως εκ τούτου, ο πυρήνας της ιδεολογίας του Κ4Α ήταν σαφέστατα επηρεασμένος από τον φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό του Μεσοπολέμου και χαρακτηριζόταν από την έντονη αντικομμουνιστική, αντιδημοκρατική και αντισημιτική ρητορική με έμφαση επίσης στη ρατσιστική συνθηματολογία. Ωστόσο, ο Πλεύρης, σε μια προσπάθεια να καλύψει και να σχετικοποιήσει τις βαθύτερες εθνικοσοσιαλιστικές καταβολές της ιδεολογίας του, προχώρησε στην υιοθέτηση ενός ιδεολογήματος περί «μοναδικού ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού» παρουσιάζοντας ως πρότυπο της οργάνωσής του το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά.

Μετά την περίοδο της «επταετίας», κατά την οποία το Κ4Α επιδίωξε να προσδώσει ιδεολογικό μανδύα στο δικτατορικό καθεστώς των συνταγματαρχών, η οργάνωση θα επιβιώσει στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, καθώς ο Πλεύρης προχώρησε στην επανασύστασή της με δήλωση που κατέθεσε στον Άρειο Πάγο υπό την ονομασία «Εθνική Πρωτοπορία 4η Αυγούστου». Αν και η δραστηριότητα του Κ4Α θα διαρκέσει μικρό χρονικό διάστημα, η παρουσία του αποτελούσε ένα είδος κόμβου, όπου συμπυκνώνονταν και ανασυνθέτονταν οι ποικίλες ιδεολογικές τάσεις της προδικτατορικής ακροδεξιάς, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε ως η «μαγιά» για την παραγωγή νέων πολιτικών εγχειρημάτων του ακροδεξιού χώρου. Σ’ αυτό το πλαίσιο, μεταξύ άλλων συγκροτήθηκαν η Φοιτητική Εθνική Πρωτοπορία (ΦΕΠ) ως φοιτητικός βραχίονας της οργάνωσης, το Μαθητικό Εθνικιστικό Κίνημα (ΜΕΚ) με στόχο τη δυναμική παρέμβαση στα σχολεία, όπως και η δημιουργία δραστήριου οργανωτικού πυρήνα στην πόλη της Θεσσαλονίκης με υπεύθυνο τον Δημήτρη Καψάλα. Σταδιακά, όμως, η σύνδεση μελών της οργάνωσης με πολυάριθμες ενέργειες πολιτικής βίας επέφεραν διώξεις εις βάρος μερίδας ηγετικών στελεχών της με αποτέλεσμα να σημάνει η αρχή του τέλους για το Κ4Α (καλοκαίρι του 1977), ενώ από την πλευρά του ο Πλεύρης αποφάσισε να αποσυρθεί προσωρινά από το προσκήνιο, «Προσκαίρως εσταμάτησα τον κομματικό αγώνα, αλλ’ όχι τον πολιτικόν […] Η σημαία του Κ4Α δεν υπεστάλη. Απλώς έπαυσε η κομματική δράσις».

Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της μεταπολιτευτικής περιόδου πρώην μέλη του Κ4Α και της οργάνωσης «Αχαιοί» προσανατολίστηκαν στη δημιουργία ενός σωματείου υπό την ονομασία «Πνευματική Αναμορφωτική Κίνηση». Ωστόσο, το συγκεκριμένο οργανωτικό εγχείρημα ουσιαστικά λειτουργούσε ως πρόπλασμα και κάλυψη για τη νεοσύστατη ομάδα «Κίνημα» στην οποία συμμετείχαν προβεβλημένα στελέχη του ακροδεξιού χώρου (Ανδρέας Δενδρινός, Πολύδωρος Δάκογλου, Δημήτριος Σφαέλλος, Βλαδίμηρος Ψιακής). Η οργάνωση εξέδιδε από τον Οκτώβριο 1975 το ομώνυμο περιοδικό Το Κίνημα, η διανομή του οποίου αρχής γενομένης από το 1976 γινόταν μέσω του νεοσύστατου βιβλιοπωλείου «Ελεύθερη Σκέψις», από το οποίο διακινούνταν έντυπα και εκδόσεις εθνικιστικού περιεχομένου.

Ο τομέας στον οποίο επικεντρώθηκε το «Κίνημα» ήταν αυτός της ιδεολογικής κατάρτισης των εθνικιστών και η παρέμβαση στον τομέα της νεολαίας με σκοπό τη συσπείρωση των «εθνικών δυνάμεων» απέναντι στην πολιτική μεταβολή του Ιουλίου 1974. Μάλιστα, οι ιθύνοντές του αυτοχαρακτηρίζονταν ως «συνειδητή, μαχητική, πολιτική πρωτοπορία του ελληνικού λαού». Η ομάδα «Κίνημα» δημιούργησε ένα ιδιαίτερο αφήγημα για να περιγράψει τη μεταπολιτευτική κατάσταση πραγμάτων στη χώρα. Έτσι, υιοθετώντας τον όρο «κόμμα των πολιτικών κομμάτων» στρεφόταν κατά των κομματικών σχηματισμών του πολιτικού συστήματος, είτε της Δεξιάς, είτε της Αριστεράς, θεωρώντας τους ως εξ ορισμού «πολιτικό κατεστημένο». Αντίστοιχα, χρησιμοποιώντας τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «δημοκρατία του ’74» στηλίτευε τις ριζικές θεσμικές μεταβολές που συντελέστηκαν μετά από την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος και την ίδια τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Στα τεύχη του περιοδικού διακρίνονται τα κεντρικά συστατικά της ιδεολογίας που πρέσβευε, όπως ο εθνικισμός, ο θαυμασμός για τα αυταρχικά καθεστώτα, ο έντονος αντικομμουνισμός και η έλξη της εκδοτικής του ομάδας προς τον εθνικοσοσιαλισμό μέσω των φυλετικών θεωριών. Ταυτόχρονα γίνεται αντιληπτό το κατά καιρούς ενδιαφέρον της οργάνωσης αναφορικά με τα τεκταινόμενα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Πιο συγκεκριμένα, αυτό εστιαζόταν στη δραστηριότητα του πολιτικού κινήματος της «Νέας Δεξιάς» (Nouvelle Droite), το οποίο αναπτύχθηκε στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και προπαγάνδιζε την ανάγκη για μια «επανάσταση» απέναντι στην «ιδεολογική κυριαρχία» της Αριστεράς. Μάλιστα, η δυναμική συμμετοχή της ομάδας «Κίνημα» στο πλαίσιο της ΕΝΕΠ, από τη μία πλευρά δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη διασύνδεση της ελληνικής ακροδεξιάς με τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες της. Από την άλλη, όμως, δεν την άφησε ανεπηρέαστη από τις διαμάχες στο εσωτερικό της Εθνικής Παράταξης, οι οποίες κατέληξαν στην αποπομπή των μελών της από τη νεολαία του κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του 1970, γεγονός που συνεισέφερε στην αποσύνθεση της οργάνωσης. 

Κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, μερίδα της ελληνικής ακροδεξιάς στράφηκε στην οργάνωση δικτυώσεων. Μ’ αυτήν την επιλογή επιχειρήθηκε η συσπείρωση στο εσωτερικό του ακροδεξιού χώρου. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση συγκροτήθηκε στα τέλη του 1976 ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Αθηνών «Ιωάννης Καποδίστριας» έχοντας μορφή αναγνωρισμένου σωματείου. Γύρω από τον «σύνδεσμο» συσπειρώθηκαν δραστήρια στελέχη της προδικτατορικής ακροδεξιάς (Σπύρος Σταυρόπουλος, Παύλος Μανωλόπουλος, Τάκης Μιχαλόλιας) αλλά και νέοι εθνικιστές (Νίκος Μιχαλολιάκος). Σχεδόν ταυτόχρονα, η δημιουργία αντίστοιχων δικτυώσεων επεκτάθηκε γεωγραφικά με παραρτήματα και σε άλλες πόλεις, όπως ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Θεσσαλονίκης «Ίων Δραγούμης», ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Πάτρας «Περικλής Γιαννόπουλος» και ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Έδεσσας «Αγγελής Γάτσος». Τη θέση του προέδρου στο παράρτημα της Αθήνας ανέλαβαν διαδοχικά ο Δημήτριος Σφαέλλος, ο Σπύρος Σταθόπουλος και μετέπειτα ο Φίλιππος Λιβιτσιάνος με γραμματέα τον Θεόδωρο Περρωτή, ενώ οι δραστηριότητες του «συνδέσμου» αναδεικνύονταν από το περιοδικό Νέα Ενιαία Δεξιά. Η δημόσια παρέμβαση των «συνδέσμων» λάμβανε χώρα μέσω εκδηλώσεων και διαλέξεων που οργάνωναν πάνω σε θέματα «εθνικού» και ιδεολογικού περιεχομένου, στοχεύοντας στην αλληλοτροφοδότηση μεταξύ των οργανώσεων του χώρου, ενώ καλούσαν συστηματικά σε συμμετοχή στις επετειακές «γιορτές μίσους» σε διάφορες περιοχές της επικράτειας (Γράμμος-Βίτσι, στρατόπεδο «Μακρυγιάννη», Μελιγαλάς κ.α.).

H σταδιακή χαλάρωση των διαδικασιών της «αποχουντοποίησης» από πλευράς της Νέας Δημοκρατίας έδωσε πολύτιμη ευκαιρία σε υποστηρικτές της χούντας να συγκροτήσουν μετωπικά σχήματα, τα οποία αξίωναν την αμνήστευση των «αξιωματικών της επαναστάσεως» και ζητούσαν την οριστική αποφυλάκισή τους. Ουσιαστικά λειτουργούσαν ως ομάδες πίεσης προς την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και προς άλλους θεσμικούς φορείς (Πρόεδρος της Δημοκρατίας) υιοθετώντας μια γκάμα παρεμβάσεων, όπως η συλλογή υπογραφών, η κυκλοφορία προκηρύξεων και επιστολών διαμαρτυρίας, οι οποίες δημοσιεύονταν σε ακροδεξιά έντυπα ή αποστέλνονταν προς τον ημερήσιο Τύπο. Σ’ αυτό το πλαίσιο, στις αρχές Οκτωβρίου 1979 συστάθηκε η Επιτροπή Αμνηστίας Βορείου Ελλάδος, εξέχοντα μέλη της οποίας υπήρξαν ο πρώην «πρύτανης των τανκς» του ΑΠΘ Ευάγγελος Σδράκας, ο καθηγητής Οικονομικών Νικόλαος Δεβλέτογλου, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Λεωνίδας, ο γενικός επιθεωρητής Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος την περίοδο δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη (1963) και υπεύθυνος κομματικού μηχανισμού της Εθνικής Παράταξης Κωνσταντίνος Μήτσου, όπως και πλήθος απόστρατων αξιωματικών. Η συγκεκριμένη επιτροπή οργάνωνε εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, όπως για παράδειγμα στον κινηματογράφο «Ηλύσια» στη Θεσσαλονίκη (11 Νοεμβρίου 1979), έχοντας ως διαφαινόμενο στόχο να καταστήσουν το αίτημα για αποφυλάκιση των πρωταιτίων επίκαιρο στη δημόσια συζήτηση και μείζον θέμα διαβούλευσης στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Η διασύνδεση που οικοδομήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ανάμεσα στην ελληνική και την ιταλική ακροδεξιά συνέβαλε στο να δοκιμαστούν στην Ελλάδα πολιτικές πρακτικές που στρέφονταν στην άσκηση πολιτικής βίας για την επίτευξη πολιτικών στόχων, ειδικότερα την περίοδο 1975-1978. Βασική στόχευση μεταξύ άλλων ήταν ο αποπροσανατολισμός της κοινωνίας από τα πολιτικά διακυβεύματα που διατυπώνονταν επιτακτικά εκείνη την περίοδο, όπως ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής και η αποχουντοποίηση. Το ακροδεξιό ρεπερτόριο βίας αν και προσιδίαζε στο ιταλικό παράδειγμα (υστερώντας βέβαια σε εύρος, ένταση και δυναμική) διαβαθμιζόταν αρχικά σε ενέργειες χαμηλής έντασης (άσκηση φυσικής βίας εναντίον προσώπων), οι οποίες κλιμακούμενες πήραν τη μορφή εμπρησμών και βομβιστικών επιθέσεων, ακόμη και σε χώρους μαζικών συναθροίσεων.

Κορυφαία συμβάντα υπήρξαν τα επεισόδια που σημειώθηκαν στην κηδεία του αρχιβασανιστή της χούντας Ευάγελλου Μάλλιου με τον ξυλοδαρμό δημοσιογράφων (16 Δεκεμβρίου 1976), οι εμπρησμοί βιβλιοπωλείων, οι βομβιστικές επιθέσεις σε γραφεία κομμάτων της Αριστεράς, με αποκορύφωμα την τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών στους κινηματογράφους «Ρεξ» (11 Μαρτίου 1978) και «Έλλη» (20 Ιουνίου 1978) οι οποίοι προκάλεσαν τον σοβαρό τραυματισμό ανυποψίαστων πολιτών. Αν και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έδειξε αρχικά διστακτικότητα στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου, κατά το διάστημα κορύφωσης των βομβιστικών ενεργειών (1977-1978) προχώρησε σε συλλήψεις ακροδεξιών ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν πρόσωπα που έπαιξαν στη συνέχεια κομβικό ρόλο στον ακροδεξιό χώρο, όπως ο Νίκος Μιχαλολιάκος και ο Αριστοτέλης Καλέντζης. Αντίστοιχα, αποκαλύφθηκε η δράση δύο ένοπλων οργανώσεων με την ονομασία Οργάνωσις Εθνικής Αποκαταστάσεως (ΟΕΑ) και Εθνική Σοσιαλιστική Οργάνωση Πανελλήνων (ΕΣΟΠ). Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι δεκάδες άλλες βίαιες ενέργειες παρέμειναν ανεξιχνίαστες.

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και στις υπηρεσίες που προσφέρουμε.