Χαρτογράφηση της ελληνικής Ακροδεξιάς
Η ακροδεξιά αποτελεί μια διαχρονική σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της ελληνικής πολιτικής. Στις διάφορες εκδοχές της καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις όχι μόνο μετά τον δεύτερο ευρωκεντρικό πόλεμο (τον ευρέως λεγόμενο και γνωστό ως Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο) αλλά και μετά από την πτώση της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών τον Ιούλιο 1974. Μια πλήρης και εξαντλητική χαρτογράφηση της ενδεχομένως να παραμένει ανέφικτη, ωστόσο παρακάτω ακολουθεί μια απόπειρα καταγραφής των πιο σημαντικών ή/και επιδραστικών κομμάτων, σχηματισμών, ομάδων και προσώπων του χώρου της ακροδεξιάς στην Ελλάδα από το 1974 έως και σήμερα.
Έρευνα – Τεκμηρίωση: ονόματα ερευνητών
Ακροδεξιά ρεύματα
Ο χώρος της ακροδεξιάς ως προς τις ιδεολογικές του αναφορές είναι δυνατό να κατηγοριοποιηθεί σε αδρές γραμμές στα εξής ρεύματα:
Φιλοβασιλικό
Περιλαμβάνονται οργανώσεις και ομάδες που υπερασπίζονται τον θεσμό της μοναρχίας, νοσταλγούν την εποχή που το πολίτευμα της Ελλάδας ήταν η βασιλεία προσβλέποντας και προσδοκώντας την παλινόρθωση της μοναρχίας με την επιστροφή του βασιλιά ως κορυφή του κράτους.
Φιλοχουντικό
Σε αυτό ανήκουν πρόσωπα, οργανώσεις και κόμματα που μετά από την πτώση της δικτατορίας και την καταδίκη των πραξικοπηματιών και των βασανιστών στράφηκαν στην υπεράσπισή τους και στην προώθηση του αιτήματος περί αμνήστευσης και απονομής χάριτος. Με το πέρασμα των χρόνων και την πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση ακροδεξιών πολιτικών και ρητορικής πλέον υπερασπίζονται ανοιχτά τη δικτατορία και την ιδεολογία της στη βάση ενός δημοφιλούς διπόλου ότι αφ’ ενός Ελλάδα ούτως ή άλλως σημαίνει «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» και αφ’ ετέρου ότι «ναι αλλά στη χούντα κοιμόμασταν με τα παράθυρα ανοιχτά».
Φασιστικό / Ναζιστικό
Σε αυτό συγκαταλέγονται ορισμένοι από τους πιο επιφανείς και προβεβλημένους εκπροσώπους του χώρου της ακροδεξιάς στην Ελλάδα. Η Χρυσή Αυγή αποτελεί την πιο γνωστή εκδοχή αυτού του ρεύματος αλλά ασφαλώς δεν είναι η μόνη. Εμπνέονται από τον φασισμό και τον ναζισμό των δεκαετιών του 1920 και 1930, όπως τους γνώρισε η Ευρώπη, και τους υπερασπίζονται, όπως επίσης υπερασπίζονται τον ρατσισμό, τη λευκή υπεροχή και τον φυλετικό διαχωρισμό.
Χριστιανικό
Πρόκειται για κόμματα και ομάδες που προτάσσουν την ανάγκη η Ελλάδα να παραμείνει ένα αμιγώς ορθόδοξο χριστιανικό κράτος που υπερασπίζεται ανοικτά τις λεγόμενες χριστιανικές αξίες. Είναι σύνηθες να διατυπώνουν αντι-ισλαμιστικές και ισλαμοφοβικές απόψεις και να πρόσκεινται στον Vladimir Putin.
Περισσότερα για τα ακροδεξιά ρεύματα
Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα ρεύματα αυτά επικαλύπτονται και είναι συχνό ομάδες και άτομα να εκφράζονται από περισσότερα από ένα ρεύματα σκέψης. Για παράδειγμα, μπορεί ένας Έλληνας ναζί να είναι και φιλοχουντικός ή να υπερασπίζεται την Ορθοδοξία, ενώ είναι γνωστό ότι ο δωδεκαθεϊσμός είναι διαδεδομένος στους κόλπους της ελληνικής ακροδεξιάς. Υπό αυτή την έννοια, η προηγούμενη αναφορά σε ρεύματα εντός του ελληνικού ακροδεξιού χώρου δεν φιλοδοξεί να εισαγάγει μια απόλυτη κατηγοριοποίηση στην οποία θα πρέπει όλοι και όλες οι ομάδες, τα κόμματα και οι οργανώσεις της να υπαχθούν. Φιλοδοξεί περισσότερο να καταγράψει όσο το δυνατόν περισσότερες από αυτές τις ομάδες και πρόσωπα και να είναι ενδεικτική των βασικών ιδεολογικών και πολιτικών αναφορών τους. Εξάλλου, ο ακροδεξιός χώρος επιδεικνύει διαχρονικά και σταθερά μια αξιόλογη κινητικότητα η οποία καθιστά κάθε απόπειρα εξαντλητικής καταγραφής και κυρίως κατηγοριοποίησής του και σε ιδεολογικό επίπεδο μάλλον αδύνατη και μάταιη.
Πέρα από τη δική της δράση, η οποία έχει αναδείξει τον ακροδεξιό χώρο σε πρωταγωνιστή στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα εδώ και δεκαετίες πλέον, η ακροδεξιά στην Ελλάδα έχει βοηθηθεί στο να κερδίσει δημοσιότητα, αναγνωρισιμότητα και εκλογική πελατεία και από μια σειρά εξελίξεων. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και τη διαμάχη για το όνομα της τότε λεγόμενης Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) και τη διαμάχη λίγα χρόνια αργότερα σχετικά με τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, η ακροδεξιά έχει τραφεί και έχει πετύχει να βγει από την κόγχη της και να βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής. Το ίδιο συνέβη και με το επεισόδιο των Ιμίων την ίδια δεκαετία (Ιανουάριος 1996), όταν η Ελλάδα και η Τουρκία έφτασαν κοντά στο ενδεχόμενο μιας μορφής πολεμικής σύγκρουσης—κατά μία τουλάχιστον αφήγηση—σχετικά με την κυριότητα των βραχονησίδων αυτών. Ειδικότερα το γεγονός των Ιμίων έχει βοηθήσει ακροδεξιές ομάδες προεξαρχούσης της Χρυσής Αυγής να διεκδικήσουν και σε μεγάλο βαθμό να οικειοποιηθούν τη μνήμη του αποδίδοντας στον εορτασμό της επετείου του τον χαρακτήρα εθνικιστικής γιορτής εναντίον της Τουρκίας. Στο πιο πρόσφατο παρελθόν, η ακροδεξιά έχει ενισχυθεί από την αντίθεση τόσο της ίδιας όσο και της Νέας Δημοκρατίας στην κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, της συμφωνίας δηλαδή η οποία έδωσε μια οριστική λύση στο ζήτημα της ονοματοδοσίας του σημερινού πλέον κράτους της Βόρειας Μακεδονίας (πρώην ΠΓΔΜ). Είναι, επίσης, σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι η ακροδεξιά πέτυχε να επανέλθει στο προσκήνιο της κεντρικής πολιτικής σκηνής με όρους αντισυστημικής δράσης και ρητορικής την περίοδο ψήφισης των «Μνημονίων», όπως και πιο πρόσφατα κατά τη διάρκεια της πανδημίας της COVID-19, κυρίως μέσω της εναντίωσής της στον υποχρεωτικό εμβολιασμό εναντίον της που προωθήθηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Εκτός από το ότι το τελευταίο συνέβη σε μια εποχή που η ακροδεξιά είχε κατά μία έννοια επιστρέψει στην κόγχη της και αναζητούσε εκ νέου τον βηματισμό της ώστε να επανέλθει στο προσκήνιο έπειτα από την καταδίκη της ηγετικής ομάδας της Χρυσής Αυγής, η συγκεκριμένη επάνοδος ενέχει έντονα τα χαρακτηριστικά της εναντίωσης στην επιστήμη, της αμφισβήτησής της και εν γένει το στοιχείο του ανορθολογισμού από το οποίο τόσο η ακροδεξιά όσο και ο εθνικισμός διαχρονικά διέπονται και τρέφονται. Πρόκειται για μια εξέλιξη με τις επιπτώσεις της οποίας ήδη είμαστε αντιμέτωποι-ες αλλά ασφαλώς δεν έχουμε ακόμα δει σε όλο τους το βάθος και την έκταση. Επιπλέον, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την εμφάνιση του μεταναστευτικού στην Ελλάδα και μέχρι και σήμερα, η ακροδεξιά σταθερά κεφαλαιοποιεί τη ρατσιστική πολιτική και ρητορική του ελληνικού κράτους έναντι των μεταναστευτικών και προσφυγικών πληθυσμών. Αρχικά στρεφόμενη εναντίον των μεταναστ(ρι)ών κυρίως από την Αλβανία και ακολούθως εναντίον προσφύγων και μεταναστ(ρι)ών από τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, η ακροδεξιά έχει επιτύχει να επιβάλει σε σημαντικό βαθμό την ατζέντα της στο συγκεκριμένο πεδίο. Οι μεταλλάξεις της ρητορικής της από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα στο πεδίο αυτό είναι αξιοσημείωτες (από τους «τηγανοκέφαλους Αλβανούς στους Μουσουλμάνους που δεν ενσωματώνονται και θέλουν να μας αντικαταστήσουν εφαρμόζοντας το σχέδιο της Νέας Τάξης Πραγμάτων»). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αποτυπώνουν τον βασικό πυρήνα της ιδεολογίας της, δηλαδή το αίτημα για φυλετική καθαρότητα και το πρόταγμα της λευκής ανωτερότητας. Αποτυπώνουν, με άλλα λόγια, γλαφυρά τον πυρήνα της ρατσιστικής τους θεώρησης που βρίσκεται πίσω από τις μεταλλάξεις της ρητορικής τους. Τέλος, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για τον γάμο ατόμων του ιδίου φύλου, ένα ζήτημα που ευνοεί την ακροδεξιά ρητορική και φαίνεται προς το παρόν να της επιτρέπει να κερδίζει τουλάχιστον σε δημοσιότητα και προβολή των θέσεών της δεδομένης και της εναντίωσης μεγάλης μερίδας της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας στην εν λόγω νομοθετική ρύθμιση. Είναι εξάλλου δεδομένο ότι η ακροδεξιά και η ρητορική της θα ενισχυθούν περαιτέρω, σε περίπτωση που η πρόταση νόμου αλλά και ο μελλοντικός, βάσει της πρότασης αυτής, νόμος περιλαμβάνει περιορισμούς ως προς την τεκνοθεσία από τα ζευγάρια των ανδρών, όπως τουλάχιστον έχει ήδη ανακοινώσει ο Πρωθυπουργός σε συνέντευξή του και προβλέπεται στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου.
Χαρτογράφηση
Η χαρτογράφηση που ακολουθεί δεν έχει έναν αμιγώς ιστορικό χαρακτήρα: Επιδιώκει αρχικά να καταγράψει τις σημαντικότερες και επιδραστικότερες οργανώσεις, ομάδες και προσωπικότητες του ελληνικού ακροδεξιού χώρου από την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1974 μέχρι και σήμερα. Πέρα, όμως, από αυτό, η χαρτογράφηση επιδιώκει μέσω αυτής της καταγραφής να αναδείξει τους κοινούς τόπους, τις κοινές ρητορικές, τις ιδεολογικές αρχές, όπως και τις κοινές πρακτικές και μορφές δράσης της ακροδεξιάς όλες αυτές τις δεκαετίες. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται η ιστορική, ιδεολογική, πολιτική και κοινωνική συνέχεια της ακροδεξιάς από το 1974 και έπειτα. Η επίγνωση αυτής της συνέχειας είναι σημαντικό στοιχείο τόσο για τη μελέτη όσο και για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, τόσο στο επίπεδο των ιδεών όσο και σε πολιτικό επίπεδο, ειδικά σε μια πολιτική συγκυρία κατά την οποία προβλέπεται άνοδος των εκλογικών ποσοστών των ακροδεξιών κομμάτων στις επερχόμενες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο 2024. Επιπλέον, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου αυτές τις συνέχειες, καθώς και στην Ελλάδα παρατηρείται ήδη μια αύξηση και ένταση της δημόσιας παρουσίας και των επιθέσεων ακροδεξιών και λοιπών φασιστικών ομάδων και σχηματισμών σε χώρους του ανταγωνιστικού κινήματος (για παράδειγμα, η αναγραφή συνθημάτων και άλλων παρεμβάσεών της στον δημόσιο χώρο, επίθεση στην κατάληψη “Παπουτσάδικο” στο Χαϊδάρι, κ.ά.). Με βάση αυτό το σκεπτικό, η καταγραφή του χώρου της ακροδεξιάς στις πρώτες δεκαετίες έπειτα από την πτώση της δικτατορίας δίνει έμφαση στην ιστορική αποτύπωση των διεργασιών στον χώρο αυτό, ενώ για το πιο πρόσφατο παρελθόν (2000-έως σήμερα) η έμφαση δίνεται στις πολιτικές και ιδεολογικές διεργασίες με τις απαραίτητες ασφαλώς αναφορές στα πρόσωπα που μαρτυρούν τη συνέχεια και τις εκλεκτικές συγγένειες της ακροδεξιάς στην Ελλάδα.
Η χαρτογράφηση ακολουθεί χρονολογική σειρά: Ξεκινά από τον Ιούλιο 1974 και συνεχίζει ανά δεκαετία. Όταν ομάδες και πρόσωπα εκτείνονται σε περισσότερες της μίας δεκαετίες, υπάρχει μια ξεχωριστή καταγραφή για τις αντίστοιχες περιόδους. Η χαρτογράφηση θα ανανεώνεται, όταν υπάρχουν σημαντικές και αξιόλογες εξελίξεις στον χώρο της ελληνικής ακροδεξιάς.
1974 – 1979
ΕΔΕ
Εθνική Δημοκρατική Ένωσις (ΕΔΕ)
Η ΕΔΕ με την ολιγόμηνη πολιτική της παρουσία αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα εκλογικής συμμετοχής της ακροδεξιάς μεταπολιτευτικά (Νοέμβριος 1974). Επικεφαλής της ΕΔΕ τέθηκε ο Πέτρος Γαρουφαλιάς (πρώην βουλευτής της Ένωσης Κέντρου) ο οποίος είχε εμπλοκή στα γεγονότα της «αποστασίας» και στις δολοπλοκίες του θρόνου που πυροδότησαν την πολιτική αστάθεια στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Στη νέα πολιτική συγκυρία, η ΕΔΕ ανέλαβε τον ρόλο της πολιτικής συσπείρωσης των νοσταλγών του χουντικού καθεστώτος, των φιλοβασιλικών και ευρύτερα των «εθνικοφρόνων». Ταυτόχρονα, φιλοδοξούσε να λειτουργήσει ως πολιτική κάλυψη για πρόσωπα που έδρασαν υποστηρικτικά προς το δικτατορικό καθεστώς σε μια προσπάθεια αποκατάστασής τους στο πλαίσιο του ελεύθερου κομματικού ανταγωνισμού ενόψει των πρώτων μεταπολιτευτικών εκλογών .
Σε ιδεολογικό επίπεδο η ΕΔΕ, επιθυμώντας να εκφράσει την ιδεολογία της μεταπολεμικής «εθνικοφροσύνης», τασσόταν υπέρ της προάσπισης του έθνους και διακήρυττε την ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του σκληρού πυρήνα του κρατικού μηχανισμού (ένοπλες δυνάμεις και σώματα ασφαλείας), ενώ με την αντικομμουνιστική της ρητορική στηλίτευε τη νομιμοποίηση των κομμάτων και των οργανώσεων της Αριστεράς. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί η σφοδρή πολεμική που άσκησε στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή τον οποίο αποκαλούσε «αποστάτη της εθνικής παρατάξεως». Ωστόσο, ο αριστερόστροφος πολιτικός ριζοσπαστισμός της περιόδου, η απορρόφηση της ψήφου των «εθνικοφρόνων» από τη νεοσύστατη τότε Νέα Δημοκρατία και η συσσωρευμένη κοινωνική οργή για τους νοσταλγούς της δικτατορίας δεν άφησαν περιθώρια εκλογικής επιτυχίας για την ΕΔΕ (1,07%). Γεγονός που ίσως είχε ήδη διαφανεί, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι προεκλογικές συγκεντρώσεις του κόμματος εξελίσσονταν σε εκδηλώσεις γελοιοποίησης του επικεφαλής της από πλήθος ατόμων που συνέρρεαν γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό φωνάζοντας συνθήματα όπως, «Σώσε τη χούντα από τον λαό» ή «Πήδα κάτω αρχηγέ» κ.α.
ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΑΞΙΣ
Η σταδιακή πολιτική και οργανωτική ανασύνταξη της ελληνικής ακροδεξιάς συντελέστηκε ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Νοεμβρίου 1977 με τη συγκρότηση του μετωπικού σχηματισμού της Εθνικής Παράταξης, η οποία συσπείρωσε στο εσωτερικό της ένα ετερόκλητο ιδεολογικά πλήθος υποστηρικτών της μοναρχίας, νοσταλγών της δικτατορίας και νέων εθνικιστών. Έχοντας ως επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό των κυβερνήσεων «αποστασίας» Στέφανο Στεφανόπουλο και τον παραιτηθέντα μετά το δημοψήφισμα για το πολιτειακό (Δεκέμβριος 1974) φιλοβασιλικό βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Σπύρο Θεοτόκη, η Εθνική Παράταξη δημιουργήθηκε μετά από πρωτοβουλία του εκδότη της φιλοχουντικής εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος Σάββα Κωνσταντόπουλου και του εφοπλιστή Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες αυτές έλαβαν χώρα στο πλαίσιο επαφών που δρομολογήθηκαν μεταξύ στελεχών της προδικτατορικής Δεξιάς και προσώπων του ακροδεξιού χώρου τα οποία αντιστρέφονταν την πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή θεωρώντας τον υπεύθυνο για τη «διάσπαση της εθνικόφρονος παρατάξεως». Κεντρική επιδίωξη της Εθνικής Παράταξης ήταν να εκφράσει την ιδεολογική παρακαταθήκη και την αναβίωση των αρχών της «εθνικοφροσύνης», ενώ με πολιτικούς όρους επιθυμούσε να εμφανίζεται ως η ιστορική συνέχεια της μετεμφυλιακής Δεξιάς, λειτουργώντας ως ανταγωνιστικός πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Σύμφωνα με τις διακηρύξεις του κόμματος, στον πυρήνα της ιδεολογίας του βρίσκονταν ο εθνικισμός, ο αντικομμουνισμός, η συντηρητική ηθική, η διασφάλιση της «εθνικής άμυνας» από εξωτερικούς κινδύνους, ενώ κυριαρχούσε η προώθηση του δόγματος «νόμος, τάξη και ασφάλεια». Μάλιστα, γι’ αυτό τον σκοπό ιδιαίτερη σημασία δινόταν στην υπεράσπιση του κύρους των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα αποδοκιμάζονταν με σθεναρό τρόπο οι διαδικασίες εκδημοκρατισμού και «αποχουντοποίησης» εντός του κρατικού μηχανισμού που βρίσκονταν σε εξέλιξη κατά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Στην ίδια κατεύθυνση, διαμέσου των εκπροσώπων του κόμματος προπαγανδίζονταν η ανάγκη για αποκατάσταση των πραξικοπηματιών (αμνηστία των «πρωταιτίων») και η αναθεώρηση του πολιτειακού ζητήματος με την προβολή του αιτήματος για παλινόρθωση της μοναρχίας.
Αν και η Εθνική Παράταξη κατάφερε να συγκεντρώσει ένα αξιόλογο ποσοστό στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 1977 (6,82%) εκλέγοντας 5 βουλευτές, εντούτοις δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί πολιτικά το γεγονός σημειώνοντας ισχνή κοινοβουλευτική παρουσία. Κι αυτό γιατί στο εσωτερικό της, παρά τις διακηρύξεις περί ενότητας, επικράτησαν διαμάχες λόγω των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των επιμέρους ιδεολογικών τάσεων οι οποίες πυροδότησαν με τη σειρά τους τη σταδιακή αποσύνθεση του κόμματος έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Παράλληλα, το ίδιο διάστημα μερίδα βουλευτών της Εθνικής Παράταξης προσεγγίστηκε από τη Νέα Δημοκρατία και ενσωματώθηκε πολιτικά σε αυτή, όπως για παράδειγμα ο δεύτερος στην ιεραρχία του κόμματος Θεοτόκης, ο οποίος στις εκλογές του Οκτωβρίου 1981 ήταν υποψήφιος βουλευτής Επικρατείας έχοντας επιστρέψει στις τάξεις της κατεστημένης Δεξιάς.
ΕΝΕΠ
Ελληνική Νεολαία Εθνικής Παρατάξεως (ΕΝΕΠ)
H ΕΝΕΠ αποτέλεσε την επίσημη πολιτική νεολαία της Εθνικής Παράταξης, η οποία, μέσω της δυναμικής παρουσίας της, συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εκλογική επιτυχία του κόμματος στις εκλογές του Νοεμβρίου 1977. Εντός της ΕΝΕΠ συνυπήρχαν δύο διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις: Από τη μία πλευρά η ομάδα «Κίνημα» με επικεφαλής τον Πολύδωρο Δάκογλου που προωθούσε τον «Ελληνικό Εθνικισμό» και από την άλλη η ομάδα του Θεόδωρου Περρωτή, η οποία συνδεόταν με πρόσωπα που βρίσκονταν εγγύτερα στους κύκλους του πρώην δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου. Εξ αρχής η ηγεσία της νεολαίας είχε ανατεθεί στον Δάκογλου ο οποίος προσπάθησε να προσδώσει δυναμικό και κινηματικό χαρακτήρα στην ΕΝΕΠ (αφισοκολλήσεις, αναγραφή συνθημάτων, πορείες), επιδιώκοντας μεταξύ άλλων την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση με τις δραστήριες οργανώσεις της Αριστεράς. Σε αυτήν την κατεύθυνση συγκροτήθηκε στον χώρο των πανεπιστημίων η Φοιτητική Εθνική Αγωνιστική Κίνηση (ΦΕΑΚ) που είχε όμως περιορισμένη απήχηση. Έντυπο όργανο της οργάνωσης νεολαίας υπήρξε η εφημερίδα Ελληνικόν Θάρρος μέσω της οποίας διακηρύσσονταν οι πολιτικοί στόχοι της ΕΝΕΠ, που συνοψίζονταν στον αγώνα κατά του «πολιτικού κατεστημένου», του «παλαιοκομματισμού», της «διαφθοράς» και της «παρακμής». Σε ιδεολογικό επίπεδο ο εθνικισμός χαρακτηριζόταν από τους ιθύνοντες της οργάνωσης ως «φυσική ιδεολογία του ανθρώπου», ενώ συμπληρωνόταν με τον φανατικό αντικομμουνισμό σε επίπεδο ρητορικής αλλά και πολιτικών πρακτικών.
Ο κύκλος δραστηριοτήτων της ΕΝΕΠ υπήρξε σχετικά σύντομος καθώς αναπόφευκτα ακολούθησε την πορεία αποδιοργάνωσης του κόμματος της Εθνικής Παράταξης. Μάλιστα, κορυφαία στελέχη της ΕΝΕΠ, όπως ο Ανδρέας Δενδρινός, είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα του 1978 να εκφράζουν δριμύτατη κριτική προς την ηγεσία του κόμματος κατηγορώντας την για «πολιτική ανυπαρξία», «διχασμό της παράταξης», «δημαγωγία» και «εγκατάλειψη της νεολαίας». Αποτέλεσμα των παραπάνω διεργασιών ήταν η οριστική διαγραφή στις 22 Μαρτίου 1979 ολόκληρης της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΝΕΠ (ομάδα «Κίνημα») από τον επικεφαλής του κόμματος Στέφανο Στεφανόπουλο. Ο τελευταίος ακολούθως παραχώρησε την ηγεσία της νεολαίας στην ομάδα του Περρωτή, η οποία τελικά δεν κατάφερε να εμποδίσει την οριστική διάλυση της νεολαίας στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική ανθρωπογεωγραφία του ακροδεξιού χώρου της δεκαετίας του 1980 έως ένα σημαντικό βαθμό διαμορφώθηκε από τους μετασχηματισμούς και τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης νεολαίας.
ΦΙΛΟΒΑΣΙΛΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ
Μία από τις διακριτές ιδεολογικές τάσεις της ελληνικής ακροδεξιάς αποτέλεσαν οι οργανώσεις που δραστηριοποιήθηκαν σε πρώτο χρόνο για την υποστήριξη του θεσμού της μοναρχίας πάνω στο ζήτημα του πολιτειακού που έθεσε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με το δημοψήφισμα (8 Δεκεμβρίου 1974). Οι φιλοβασιλικές οργανώσεις που συγκροτήθηκαν εμφανίζονταν με ποικίλες οργανωτικές μορφές ως σύλλογοι, σωματεία και σπανιότερα κόμματα, τα οποία κατά βάση συνεργάζονταν μεταξύ τους, όμως, πολλές φορές αλληλοϋπονομεύονταν, ασχέτως αν σε θεωρητικό επίπεδο εξυπηρετούσαν τον ίδιο μονοθεματικό πολιτικό σκοπό. Στην πλειονότητά τους ήταν συνήθως προσωποπαγείς και αποτελούνταν από μικρό αριθμό μελών, ενώ κάποιες από αυτές λειτουργούσαν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Την υπόθεση υποστήριξης της μοναρχίας στο δημοψήφισμα, σε επίπεδο εκδοτικών εγχειρημάτων, ανέλαβε να φέρει εις πέρας ένας μικρός αριθμός φιλοβασιλικών εφημερίδων, οι οποίες αποδείχθηκαν θνησιγενείς. Αυτές ήταν το Ελληνικόν Μέλλον και η Βασιλευομένη Εθνική Δημοκρατία, ενώ υποστήριξη παρείχε και η φιλοχουντική εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος του Σάββα Κωνσταντόπουλου. Στις προαναφερθείσες θα πρέπει να προστεθεί το εβδομαδιαίο έντυπο Το Ελληνικόν Στέμμα της Δημοκρατίας του Γιώργου Καρατζαφέρη, ο οποίος σε μεταγενέστερο χρόνο διετέλεσε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας (1993-2000), ενώ από το 2000 υπήρξε ο ιδρυτής του ακροδεξιού κόμματος Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑΟΣ).
Οι φιλοβασιλικές οργανώσεις στο πλαίσιο προπαγάνδισης του πολιτικού τους μηνύματος για συσπείρωση των απανταχού «βασιλοφρόνων» απευθύνονταν σε όλους ανεξαιρέτως τους υποστηρικτές της μοναρχίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιδίωκαν να δηλώσουν με πολιτικούς όρους το ενωτικό και διαπαραταξιακό τους πνεύμα ως προς τη σημασία του θεσμού. Για παράδειγμα, η οργάνωση του υπολοχαγού Αλέξανδρου Κουντουρά σε ανακοίνωση της ανέφερε, «Η Βασιλική Εθνική Παράταξη (ΒΕΠ) ουδεμία σχέση έχει με οιονδήποτε πολιτικό πρόσωπο ή κόμμα. Δέχεται εις τους κόλπους της όλους τους Έλληνας ανεξαρτήτως κομματικής τοποθετήσεως». Ο σχεδιασμός των φιλοβασιλικών οργανώσεων για την υποστήριξη της μοναρχίας σε επίπεδο πολιτικής τακτικής εμφάνισε ποικίλες μορφές. Έτσι, αρχικά, ενόψει του δημοψηφίσματος, οι φιλοβασιλικοί επικεντρώθηκαν στον εκθειασμό της αντιδικτατορικής δράσης του Κωνσταντίνου την περίοδο της «επταετίας», ενώ προέβαλαν τη «δημοκρατικότητα του βασιλέως». Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του επικεφαλής της Πανελληνίου Κίνησης Βασιλευομένης Δημοκρατίας (ΠΚΒΔ) Σοφοκλή Τζανετή, «[…] υποστηρίζομεν τον βασιλέα. Διότι ο βασιλεύς διά της εμπράκτου και ακάμπτου αντιστάσεώς του έφερε τη δικτατορία προ αδιεξόδου και συνετέλεσε τα μέγιστα εις την κατάρρευσιν αυτής». Στο πεδίο των πολιτικών πρακτικών, τα ρεπερτόρια δράσης που υιοθέτησαν οι φιλοβασιλικές οργανώσεις περιλάμβαναν μεμονωμένες ενέργειες που συνδέθηκαν με συνωμοτικές κινήσεις στις ένοπλες δυνάμεις, ποικίλες δημόσιες παρεμβάσεις προπαγανδιστικής υφής, συμμετοχή σε επετειακές τελετές «εθνικής μνήμης» (οι λεγόμενες «γιορτές μίσους»), οργάνωση εκδηλώσεων ιδεολογικού περιεχομένου και μια χαμηλής έντασης ακτιβιστική δραστηριότητα.
Η Βασιλική Ένωσις ήταν από τις σημαντικότερες και περισσότερο δραστήριες οργανώσεις «βασιλοφρόνων». Επικεφαλής της ήταν ο υποστράτηγος ε.α. Γεώργιος Κουρούκλης, στο πρόσωπο του οποίου αντικατοπτριζόταν μια πολυσχιδής δράση και διαρκής παρουσία στον κρατικό μηχανισμό, που είχε τις ρίζες της στον Μεσοπόλεμο. Η οργάνωση διατηρούσε γραφεία σε διάφορες πόλεις της χώρας, εξέδιδε το έντυπο Βασιλικό Στέμμα, διοργάνωνε εκδηλώσεις και πραγματοποιούσε εξορμήσεις σε τόπους με ιδιαίτερο συμβολισμό για τη μοναρχία. Επιπλέον, ο επικεφαλής της υπήρξε συνιδρυτής με τον Αλέξανδρο Κουντουρά και άλλους απόστρατους αξιωματικούς της Βασιλικής Εθνικής Οργάνωσης (ΒΕΟ), η οποία μετονομάστηκε σε Βυζαντινή Εθνική Οργάνωση μετά από δικαστική απόφαση που απαγόρευε τη χρήση του όρου «βασιλική».
Ωστόσο, η δραστηριότητα των φιλοβασιλικών οργανώσεων από τις αρχές της δεκαετίας 1980 είχε αρχίσει σταδιακά να φθίνει. Έτσι, πέραν της αυτόνομης εμφάνισής τους με αφορμή το ζήτημα του πολιτειακού, της οργανωτικής τους σύμπραξης με τους χουντικούς στο κόμμα της Εθνικής Παράταξης και της συγκυριακής δυναμικής παρουσίας τους στα γεγονότα της κηδείας της πρώην βασίλισσας Φρειδερίκης (Φεβρουάριος 1981), οι φιλοβασιλικές οργανώσεις, αν και δεν εξαφανίστηκαν οριστικά, εντούτοις παρέμειναν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, όντας εγκλωβισμένες ιδεολογικά σ’ ένα παρελθόν που στένευε τα περιθώρια ουσιαστικής παρέμβασής τους.
«ΒΑΣΙΛΟΧΟΥΝΤΙΣΜΟΣ»
Μετά το δημοψήφισμα και την οριστική ετυμηγορία για κατάργηση της βασιλείας η τακτική των φιλοβασιλικών οργανώσεων βαθμιαία άρχιζε να μετασχηματίζεται προσαρμοζόμενη στο πολιτικό περιβάλλον και στα νέα δεδομένα που προέκυψαν. Έτσι, άρχισε να παρατηρείται η όλο και συχνότερη διασύνδεση φιλοβασιλικών με τους υποστηρικτές της χούντας. Είναι γεγονός ότι οι φιλοβασιλικές οργανώσεις δεν διακρίνονταν για την ομοιογένεια και τα σαφή ιδεολογικά τους όρια, ενώ χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις στο εσωτερικό τους. Αυτή η «εγγενής» αντιφατικότητα ενισχυόταν και από το γεγονός ότι μεσαία στελέχη που υπηρέτησαν τη χούντα συσπειρώνονταν γύρω τους από πολιτικό καιροσκοπισμό, ενώ κάποιοι υπήρξαν ακόμη και ιδρυτές τους (Αλέξανδρος Κουντουράς). Ωστόσο, η ουσιαστική διακύβευση που πυροδότησε τη συνεργασία μεταξύ φιλοβασιλικών και χουντικών μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν η προσπάθεια προσέλκυσης του «προδομένου 31%», όπως ονομάστηκε, το ποσοστό εκείνο το οποίο είχε εκφραστεί υπέρ της «βασιλευομένης» και από τον ακροδεξιό χώρο θεωρείτο ιδεολογικά συμπαγές και προσεγγίσιμο.
Ως εκ τούτου, σταδιακά δημιουργήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις ώστε να επέλθει η οργανωτική σύμπραξη μεταξύ τους, η οποία, σύμφωνα με τον όρο της εποχής, πήρε το όνομα «βασιλοχουντισμός». Ο έκφραση «βασιλοχουντισμός» συνίστατο ακριβώς στο σημείο της σύγκλισης ανάμεσα στους νοσταλγούς του μετεμφυλιακού κράτους, ενώ προέκυψε επιπρόσθετα ως θέση άμυνας και ανάγκη πολιτικής επιβίωσης των οργανώσεών τους απέναντι στο ριζοσπαστικό κοινωνικό περιβάλλον στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Το πεδίο της πολιτικής σύμπλευσης φιλοβασιλικών και χουντικών αφορούσε μια σειρά ζητημάτων, όπως η «πολεμική» στάση απέναντι στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος θεωρούνταν «προδότης» της δεξιάς παράταξης, η οικειοποίηση της «εθνικοφροσύνης», η επαναφορά της μοναρχίας, η σταθερή επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου λόγω της νομιμοποίησης των κομμουνιστικών κομμάτων, η πολιτική υπεράσπιση διάφορων συνεργατών του δικτατορικού καθεστώτος εξαιτίας των διώξεων που αντιμετώπιζαν στο πλαίσιο της «αποχουντοποίησης», ενώ τέλος, κοινή συνισταμένη αποτέλεσε το σταθερό αίτημα για ενίσχυση του κύρους των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, η επιλογή που υιοθέτησε μεγάλο μέρος των «απογοητευμένων» φιλοβασιλικών από τη στάση του Καραμανλή, ήταν η συγκυριακή, όπως αποδείχθηκε, συμμετοχή μαζί με τους υποστηρικτές της χούντας στον μετωπικό πολιτικό σχηματισμό της Εθνικής Παράταξης.
Κ4Α
Κόμμα 4ης Αυγούστου (Κ4Α)
Η πρώτη εμφάνιση του Κ4Α τοποθετείται χρονικά τον Ιούλιο 1965 μετά από τη συνένωση ολιγομελών ομάδων με δράση στον χώρο της ακροδεξιάς έχοντας ως επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Πλεύρη, τον «πατριάρχη» του ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού, σύμφωνα με τους ομοϊδεάτες του, και μέντορα μεταγενέστερων διακεκριμένων στελεχών του ακροδεξιού χώρου. Το Κ4Α από τα πρώτα χρόνια υιοθέτησε μια ιεραρχική και στρατιωτικά πειθαρχημένη δομή, ενώ το οργανόγραμμά του διακλαδίζεται σε πυρήνες υποδοχής, μαχητικούς πυρήνες, ομάδες, τομείς και φάλαγγες που υπάγονταν στην απόλυτη δικαιοδοσία του «Αρχηγού», στοιχεία που μιμήθηκε μεταγενέστερα με χαρακτηριστικό τρόπο η νεοναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή. Η οργάνωση ήδη από την πρώτη έκδοση της δεκαπενθήμερης εφημερίδας της 4η Αυγούστου ξεκαθάρισε ότι διαπνέεται από «φυλετικές ιδέες» και πολιτικός της σκοπός είναι «να καταργήσωμεν τας δημοκρατικάς ιδέας, (διότι) αποτελούν οπισθοδρόμησιν και αναχρονισμόν εμποδίζοντα την ελευθέραν ανάπτυξιν του Έθνους». Ως εκ τούτου, ο πυρήνας της ιδεολογίας του Κ4Α ήταν σαφέστατα επηρεασμένος από τον φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό του Μεσοπολέμου και χαρακτηριζόταν από την έντονη αντικομμουνιστική, αντιδημοκρατική και αντισημιτική ρητορική με έμφαση επίσης στη ρατσιστική συνθηματολογία. Ωστόσο, ο Πλεύρης, σε μια προσπάθεια να καλύψει και να σχετικοποιήσει τις βαθύτερες εθνικοσοσιαλιστικές καταβολές της ιδεολογίας του, προχώρησε στην υιοθέτηση ενός ιδεολογήματος περί «μοναδικού ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού» παρουσιάζοντας ως πρότυπο της οργάνωσής του το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά.
Μετά την περίοδο της «επταετίας», κατά την οποία το Κ4Α επιδίωξε να προσδώσει ιδεολογικό μανδύα στο δικτατορικό καθεστώς των συνταγματαρχών, η οργάνωση θα επιβιώσει στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, καθώς ο Πλεύρης προχώρησε στην επανασύστασή της με δήλωση που κατέθεσε στον Άρειο Πάγο υπό την ονομασία «Εθνική Πρωτοπορία 4η Αυγούστου». Αν και η δραστηριότητα του Κ4Α θα διαρκέσει μικρό χρονικό διάστημα, η παρουσία του αποτελούσε ένα είδος κόμβου, όπου συμπυκνώνονταν και ανασυνθέτονταν οι ποικίλες ιδεολογικές τάσεις της προδικτατορικής ακροδεξιάς, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε ως η «μαγιά» για την παραγωγή νέων πολιτικών εγχειρημάτων του ακροδεξιού χώρου. Σ’ αυτό το πλαίσιο, μεταξύ άλλων συγκροτήθηκαν η Φοιτητική Εθνική Πρωτοπορία (ΦΕΠ) ως φοιτητικός βραχίονας της οργάνωσης, το Μαθητικό Εθνικιστικό Κίνημα (ΜΕΚ) με στόχο τη δυναμική παρέμβαση στα σχολεία, όπως και η δημιουργία δραστήριου οργανωτικού πυρήνα στην πόλη της Θεσσαλονίκης με υπεύθυνο τον Δημήτρη Καψάλα. Σταδιακά, όμως, η σύνδεση μελών της οργάνωσης με πολυάριθμες ενέργειες πολιτικής βίας επέφεραν διώξεις εις βάρος μερίδας ηγετικών στελεχών της με αποτέλεσμα να σημάνει η αρχή του τέλους για το Κ4Α (καλοκαίρι του 1977), ενώ από την πλευρά του ο Πλεύρης αποφάσισε να αποσυρθεί προσωρινά από το προσκήνιο, «Προσκαίρως εσταμάτησα τον κομματικό αγώνα, αλλ’ όχι τον πολιτικόν […] Η σημαία του Κ4Α δεν υπεστάλη. Απλώς έπαυσε η κομματική δράσις».
ΟΜΑΔΑ «ΚΙΝΗΜΑ»
Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της μεταπολιτευτικής περιόδου πρώην μέλη του Κ4Α και της οργάνωσης «Αχαιοί» προσανατολίστηκαν στη δημιουργία ενός σωματείου υπό την ονομασία «Πνευματική Αναμορφωτική Κίνηση». Ωστόσο, το συγκεκριμένο οργανωτικό εγχείρημα ουσιαστικά λειτουργούσε ως πρόπλασμα και κάλυψη για τη νεοσύστατη ομάδα «Κίνημα» στην οποία συμμετείχαν προβεβλημένα στελέχη του ακροδεξιού χώρου (Ανδρέας Δενδρινός, Πολύδωρος Δάκογλου, Δημήτριος Σφαέλλος, Βλαδίμηρος Ψιακής). Η οργάνωση εξέδιδε από τον Οκτώβριο 1975 το ομώνυμο περιοδικό Το Κίνημα, η διανομή του οποίου αρχής γενομένης από το 1976 γινόταν μέσω του νεοσύστατου βιβλιοπωλείου «Ελεύθερη Σκέψις», από το οποίο διακινούνταν έντυπα και εκδόσεις εθνικιστικού περιεχομένου.
Ο τομέας στον οποίο επικεντρώθηκε το «Κίνημα» ήταν αυτός της ιδεολογικής κατάρτισης των εθνικιστών και η παρέμβαση στον τομέα της νεολαίας με σκοπό τη συσπείρωση των «εθνικών δυνάμεων» απέναντι στην πολιτική μεταβολή του Ιουλίου 1974. Μάλιστα, οι ιθύνοντές του αυτοχαρακτηρίζονταν ως «συνειδητή, μαχητική, πολιτική πρωτοπορία του ελληνικού λαού». Η ομάδα «Κίνημα» δημιούργησε ένα ιδιαίτερο αφήγημα για να περιγράψει τη μεταπολιτευτική κατάσταση πραγμάτων στη χώρα. Έτσι, υιοθετώντας τον όρο «κόμμα των πολιτικών κομμάτων» στρεφόταν κατά των κομματικών σχηματισμών του πολιτικού συστήματος, είτε της Δεξιάς, είτε της Αριστεράς, θεωρώντας τους ως εξ ορισμού «πολιτικό κατεστημένο». Αντίστοιχα, χρησιμοποιώντας τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «δημοκρατία του ’74» στηλίτευε τις ριζικές θεσμικές μεταβολές που συντελέστηκαν μετά από την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος και την ίδια τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Στα τεύχη του περιοδικού διακρίνονται τα κεντρικά συστατικά της ιδεολογίας που πρέσβευε, όπως ο εθνικισμός, ο θαυμασμός για τα αυταρχικά καθεστώτα, ο έντονος αντικομμουνισμός και η έλξη της εκδοτικής του ομάδας προς τον εθνικοσοσιαλισμό μέσω των φυλετικών θεωριών. Ταυτόχρονα γίνεται αντιληπτό το κατά καιρούς ενδιαφέρον της οργάνωσης αναφορικά με τα τεκταινόμενα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Πιο συγκεκριμένα, αυτό εστιαζόταν στη δραστηριότητα του πολιτικού κινήματος της «Νέας Δεξιάς» (Nouvelle Droite), το οποίο αναπτύχθηκε στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και προπαγάνδιζε την ανάγκη για μια «επανάσταση» απέναντι στην «ιδεολογική κυριαρχία» της Αριστεράς. Μάλιστα, η δυναμική συμμετοχή της ομάδας «Κίνημα» στο πλαίσιο της ΕΝΕΠ, από τη μία πλευρά δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη διασύνδεση της ελληνικής ακροδεξιάς με τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες της. Από την άλλη, όμως, δεν την άφησε ανεπηρέαστη από τις διαμάχες στο εσωτερικό της Εθνικής Παράταξης, οι οποίες κατέληξαν στην αποπομπή των μελών της από τη νεολαία του κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του 1970, γεγονός που συνεισέφερε στην αποσύνθεση της οργάνωσης.
ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΘΗΝΩΝ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ»
Κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, μερίδα της ελληνικής ακροδεξιάς στράφηκε στην οργάνωση δικτυώσεων. Μ’ αυτήν την επιλογή επιχειρήθηκε η συσπείρωση στο εσωτερικό του ακροδεξιού χώρου. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση συγκροτήθηκε στα τέλη του 1976 ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Αθηνών «Ιωάννης Καποδίστριας» έχοντας μορφή αναγνωρισμένου σωματείου. Γύρω από τον «σύνδεσμο» συσπειρώθηκαν δραστήρια στελέχη της προδικτατορικής ακροδεξιάς (Σπύρος Σταυρόπουλος, Παύλος Μανωλόπουλος, Τάκης Μιχαλόλιας) αλλά και νέοι εθνικιστές (Νίκος Μιχαλολιάκος). Σχεδόν ταυτόχρονα, η δημιουργία αντίστοιχων δικτυώσεων επεκτάθηκε γεωγραφικά με παραρτήματα και σε άλλες πόλεις, όπως ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Θεσσαλονίκης «Ίων Δραγούμης», ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Πάτρας «Περικλής Γιαννόπουλος» και ο Πατριωτικός Σύνδεσμος Έδεσσας «Αγγελής Γάτσος». Τη θέση του προέδρου στο παράρτημα της Αθήνας ανέλαβαν διαδοχικά ο Δημήτριος Σφαέλλος, ο Σπύρος Σταθόπουλος και μετέπειτα ο Φίλιππος Λιβιτσιάνος με γραμματέα τον Θεόδωρο Περρωτή, ενώ οι δραστηριότητες του «συνδέσμου» αναδεικνύονταν από το περιοδικό Νέα Ενιαία Δεξιά. Η δημόσια παρέμβαση των «συνδέσμων» λάμβανε χώρα μέσω εκδηλώσεων και διαλέξεων που οργάνωναν πάνω σε θέματα «εθνικού» και ιδεολογικού περιεχομένου, στοχεύοντας στην αλληλοτροφοδότηση μεταξύ των οργανώσεων του χώρου, ενώ καλούσαν συστηματικά σε συμμετοχή στις επετειακές «γιορτές μίσους» σε διάφορες περιοχές της επικράτειας (Γράμμος-Βίτσι, στρατόπεδο «Μακρυγιάννη», Μελιγαλάς κ.α.).
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ
H σταδιακή χαλάρωση των διαδικασιών της «αποχουντοποίησης» από πλευράς της Νέας Δημοκρατίας έδωσε πολύτιμη ευκαιρία σε υποστηρικτές της χούντας να συγκροτήσουν μετωπικά σχήματα, τα οποία αξίωναν την αμνήστευση των «αξιωματικών της επαναστάσεως» και ζητούσαν την οριστική αποφυλάκισή τους. Ουσιαστικά λειτουργούσαν ως ομάδες πίεσης προς την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και προς άλλους θεσμικούς φορείς (Πρόεδρος της Δημοκρατίας) υιοθετώντας μια γκάμα παρεμβάσεων, όπως η συλλογή υπογραφών, η κυκλοφορία προκηρύξεων και επιστολών διαμαρτυρίας, οι οποίες δημοσιεύονταν σε ακροδεξιά έντυπα ή αποστέλνονταν προς τον ημερήσιο Τύπο. Σ’ αυτό το πλαίσιο, στις αρχές Οκτωβρίου 1979 συστάθηκε η Επιτροπή Αμνηστίας Βορείου Ελλάδος, εξέχοντα μέλη της οποίας υπήρξαν ο πρώην «πρύτανης των τανκς» του ΑΠΘ Ευάγγελος Σδράκας, ο καθηγητής Οικονομικών Νικόλαος Δεβλέτογλου, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Λεωνίδας, ο γενικός επιθεωρητής Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος την περίοδο δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη (1963) και υπεύθυνος κομματικού μηχανισμού της Εθνικής Παράταξης Κωνσταντίνος Μήτσου, όπως και πλήθος απόστρατων αξιωματικών. Η συγκεκριμένη επιτροπή οργάνωνε εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, όπως για παράδειγμα στον κινηματογράφο «Ηλύσια» στη Θεσσαλονίκη (11 Νοεμβρίου 1979), έχοντας ως διαφαινόμενο στόχο να καταστήσουν το αίτημα για αποφυλάκιση των πρωταιτίων επίκαιρο στη δημόσια συζήτηση και μείζον θέμα διαβούλευσης στην κεντρική πολιτική σκηνή.
ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ
Η διασύνδεση που οικοδομήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ανάμεσα στην ελληνική και την ιταλική ακροδεξιά συνέβαλε στο να δοκιμαστούν στην Ελλάδα πολιτικές πρακτικές που στρέφονταν στην άσκηση πολιτικής βίας για την επίτευξη πολιτικών στόχων, ειδικότερα την περίοδο 1975-1978. Βασική στόχευση μεταξύ άλλων ήταν ο αποπροσανατολισμός της κοινωνίας από τα πολιτικά διακυβεύματα που διατυπώνονταν επιτακτικά εκείνη την περίοδο, όπως ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής και η αποχουντοποίηση. Το ακροδεξιό ρεπερτόριο βίας αν και προσιδίαζε στο ιταλικό παράδειγμα (υστερώντας βέβαια σε εύρος, ένταση και δυναμική) διαβαθμιζόταν αρχικά σε ενέργειες χαμηλής έντασης (άσκηση φυσικής βίας εναντίον προσώπων), οι οποίες κλιμακούμενες πήραν τη μορφή εμπρησμών και βομβιστικών επιθέσεων, ακόμη και σε χώρους μαζικών συναθροίσεων.
Κορυφαία συμβάντα υπήρξαν τα επεισόδια που σημειώθηκαν στην κηδεία του αρχιβασανιστή της χούντας Ευάγελλου Μάλλιου με τον ξυλοδαρμό δημοσιογράφων (16 Δεκεμβρίου 1976), οι εμπρησμοί βιβλιοπωλείων, οι βομβιστικές επιθέσεις σε γραφεία κομμάτων της Αριστεράς, με αποκορύφωμα την τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών στους κινηματογράφους «Ρεξ» (11 Μαρτίου 1978) και «Έλλη» (20 Ιουνίου 1978) οι οποίοι προκάλεσαν τον σοβαρό τραυματισμό ανυποψίαστων πολιτών. Αν και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έδειξε αρχικά διστακτικότητα στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου, κατά το διάστημα κορύφωσης των βομβιστικών ενεργειών (1977-1978) προχώρησε σε συλλήψεις ακροδεξιών ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν πρόσωπα που έπαιξαν στη συνέχεια κομβικό ρόλο στον ακροδεξιό χώρο, όπως ο Νίκος Μιχαλολιάκος και ο Αριστοτέλης Καλέντζης. Αντίστοιχα, αποκαλύφθηκε η δράση δύο ένοπλων οργανώσεων με την ονομασία Οργάνωσις Εθνικής Αποκαταστάσεως (ΟΕΑ) και Εθνική Σοσιαλιστική Οργάνωση Πανελλήνων (ΕΣΟΠ). Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι δεκάδες άλλες βίαιες ενέργειες παρέμειναν ανεξιχνίαστες.
-
ΕΔΕ
-
ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΑΞΙΣ
-
ΕΝΕΠ
-
ΦΙΛΟΒΑΣΙΛΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ
-
«ΒΑΣΙΛΟΧΟΥΝΤΙΣΜΟΣ»
-
Κ4Α
-
ΟΜΑΔΑ «ΚΙΝΗΜΑ»
-
ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΘΗΝΩΝ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ»
-
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ
-
ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ
Δεκαετία 1980
ΚτΠ
Κόμμα των Προοδευτικών (ΚτΠ)
H σταδιακή αποσύνθεση της Εθνικής Παράταξης στα τέλη της δεκαετίας του 1970 προκάλεσε διαδικασίες αναδιοργάνωσης του ακροδεξιού χώρου. Παράλληλα, τον Νοέμβριο 1979, ο πρώην βουλευτής της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ) και μετέπειτα διορισμένος πρωθυπουργός της χούντας Σπύρος Μαρκεζίνης προχώρησε στην επανίδρυση του προδικτατορικού ΚτΠ, επιδιώκοντας να μετατρέψει το κόμμα του σε διάδοχο σχήμα έκφρασης της ακροδεξιάς. Μάλιστα, απορρόφησε και το τμήμα της ΕΝΕΠ που είχε απομείνει μετά την διάσπασή της υπό τον Θεόδωρο Περρωτή, η οποία μετονομάστηκε πλέον σε Νεολαία Προοδευτικών (ΝΕΠ).
Στην ιδρυτική του διακήρυξη το ΚτΠ, απευθυνόμενο κυρίως στα μικροαστικά κοινωνικά στρώματα («μέση τάξη») έδινε ιδιαίτερη σημασία στην οικονομική κατάσταση της χώρας προτείνοντας ένα νεοφιλελεύθερο μοντέλο, που έδινε προτεραιότητα στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, ασκούσε κριτική προς την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για τον τρόπο που χειρίστηκε το ζήτημα της αμνηστίας των πρωταιτίων της δικτατορίας προπαγανδίζοντας ταυτόχρονα πολιτικές λήθης αναφορικά με το παρελθόν. Στην προμετωπίδα του προγράμματος του ΚτΠ ήταν η μισθολογική στήριξη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας τα οποία θεωρούσε στηρίγματα για την άσκηση δυναμικής εξωτερικής πολιτικής και τη διασφάλιση της εσωτερικής τάξης. Παράλληλα, υπερασπιζόταν την κομβική σημασία των εθνικών παραδόσεων τονίζοντας ότι η κλασική παιδεία και η Εκκλησία αποτελούν τα «όπλα» για μια «Νέα Μεγάλη Ιδέα».
Το ΚτΠ συμμετείχε για πρώτη φορά στις διπλές εκλογές του Οκτωβρίου 1981 (βουλευτικές – ευρωεκλογές). Ωστόσο, τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών ήταν συντριπτικά για το ΚτΠ, καθώς μόλις που συγκέντρωσε το 1,69% των ψήφων, χωρίς να εκλέξει βουλευτές, εντούτοις στις ευρωεκλογές ευνοούμενο από την απλή αναλογική αποκόμισε ένα ελαφρώς μεγαλύτερο ποσοστό (1,96%) εξασφαλίζοντας την εκλογή ενός ευρωβουλευτή. Το κόμμα του Μαρκεζίνη συμμετείχε επίσης στις έντονα πολωμένες ευρωεκλογές (Ιούνιος 1984) συγκεντρώνοντας μετά βίας το 0,17% γεγονός που οδήγησε στην οριστική απόφαση για αναστολή λειτουργίας του κόμματος.
KEME
Κίνημα Ελλήνων Μεταρρυθμιστών (KEME)
Στις ευρωεκλογές του Οκτωβρίου 1981 ο ακροδεξιός χώρος εκπροσωπήθηκε από έναν ακόμη βραχύβιας ύπαρξης σχηματισμό, το ΚΕΜΕ, αποτελούμενο από πρόσωπα που συνδέθηκαν με το δικτατορικό καθεστώς (Κωνσταντίνος Θάνος, Παύλος Μανωλόπουλος κ.ά.). Το ΚΕΜΕ έδινε έμφαση στον φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας υπερασπιζόμενο την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ προωθώντας παράλληλα ένα νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο που θα ενδυνάμωνε την ιδιωτική πρωτοβουλία. Επιπλέον, έδινε βαρύτητα στο δόγμα «νόμος και τάξη» προασπίζοντας το κύρος του σκληρού πυρήνα του κρατικού μηχανισμού (ένοπλες δυνάμεις, σώματα ασφαλείας) και στόχευε στο «εθνικόφρον» εκλογικό ακροατήριο. Σε ιδεολογικό επίπεδο, επιδίωκε να εκπροσωπήσει «όλους του εθνικά σκεπτόμενους Έλληνες» εκφράζοντας έναν ελληνοκεντρικό εθνικισμό που όριζε το έθνος ως «κύτταρο ζωής». Ωστόσο, η εκλογική συγκομιδή του ΚΕΜΕ ήταν απογοητευτική, καθώς συγκέντρωσε ένα πενιχρό ποσοστό (0,87%), ενώ δεν συμμετείχε ξανά σε εκλογές.
ΕΠΕΝ
Eθνική Πολιτική Ένωσις (ΕΠΕΝ)
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η αναγκαιότητα συγκρότησης ενός πολιτικού φορέα που θα συσπείρωνε τους δυσαρεστημένους από την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας «εθνικόφρονες» και η αναζήτηση του προσώπου που θα ηγούνταν αυτής της προσπάθειας απασχόλησε έντονα μερίδα του ακροδεξιού χώρου. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, μετά από σκιώδεις διαβουλεύσεις και συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν από υποστηρικτές της χούντας (Σπύρος Ζουρνατζής, Παύλος Μανωλόπουλος, Αριστείδης Δημόπουλος, Τάκης Μιχαλόλιας κ.ά.), το πρόσωπο που επιλέχθηκε ήταν ο φυλακισμένος πρώην δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος, ενώ παράλληλα αποφασίστηκε η δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού. Αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή σύσταση της ΕΠΕΝ, η οποία αρχικά συγκροτήθηκε με τη χρήση ενός μεθοδευμένου τακτικού πολιτικού ελιγμού, ως σωματείο (Ιανουάριος 1983) που λειτουργούσε ως προκάλυμμα για τη μετέπειτα εμφάνιση του πολιτικού κόμματος. Στη συνέχεια με δήλωση στελεχών της στον Άρειο Πάγο αναγνωρίστηκε ως πολιτική κίνηση (Μάιος 1983) και ουσιαστικά η επίσημη σύστασή της ως κόμματος εγκαινιάστηκε στο πλαίσιο της ιδρυτικής συνδιάσκεψης στις 29 Ιανουαρίου 1984 στο ξενοδοχείο «Caravel» του εφοπλιστή Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, όπου αναπαρήχθη ηχογραφημένη ομιλία του επικεφαλής της.
Η ΕΠΕΝ τα πρώτα χρόνια ύπαρξής της δεν παρουσίασε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα θέσεων, καθώς παρέμενε προσκολλημένη στην προώθηση του μονοθεματικού αιτήματος για αποφυλάκιση των πρωταιτίων. Ωστόσο, στο επίπεδο της ιδεολογικοπολιτικής της φυσιογνωμίας διακρίνονται ο εθνικισμός, ο αντικομμουνισμός, η έμφαση στο τρίπτυχο δόγμα «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», η αναπαραγωγή ενός ιστορικού απολογητισμού (μετεμφυλιακή «εθνικοφροσύνη»), η διαρκής προσπάθεια για δυσφήμιση της πορείας εκδημοκρατισμού στη χώρα και η έντονη επιθυμία να καταστεί ανταγωνιστικός πόλος προς τη Νέα Δημοκρατία.
Πρώτος πολιτικός σταθμός για τη νεοσύστατη ΕΠΕΝ αποτέλεσαν οι ευρωεκλογές στις 17 Ιουνίου 1984, στις οποίες κατάφερε να εκλέξει έναν ευρωβουλευτή (2,29%), ο οποίος σύμφωνα με τους ιθύνοντες της θα λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης στο Ευρωκοινοβούλιο για την αποφυλάκιση των «έγκλειστων αξιωματικών». Μάλιστα, η ΕΠΕΝ εντάχθηκε στην ομάδα της «Ευρωπαϊκής Δεξιάς» και συνεργάστηκε στενά με ευρωπαίους ακροδεξιούς ομοϊδεάτες της, όπως ο Γάλλος Jean-Marie Le Pen του Εθνικού Μετώπου (Front National-FN). Ωστόσο, στη συνέχεια, η συμμετοχή του κόμματος στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1985 είχε άκρως απογοητευτικά αποτελέσματα, καθώς υπό το κλίμα ισχυρής πολιτικής πόλωσης μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας, συγκέντρωσε μόλις το 0,60% των ψήφων, κάτι που είχε ως συνέπεια τον σταδιακό περιορισμό των δραστηριοτήτων της στην επόμενη τριετία (1986-1989). Η τελευταία συμμετοχή της ΕΠΕΝ σε εκλογές συντελέστηκε στις διπλές εκλογές του Ιουνίου 1989, βουλευτικές (0,32%) και ευρωεκλογές (1,17%), όταν επιβεβαιώθηκε η διαφαινόμενη από καιρό σταθεροποίηση της πολιτικής συρρίκνωσής της, η οποία είχε ως συνέπεια την οριστική αναστολή λειτουργίας του κόμματος το αμέσως επόμενο διάστημα.
Νεολαία ΕΠΕΝ
Νεολαία ΕΠΕΝ
Η πλειοψηφία των ακροδεξιών πολιτικών κομμάτων στράφηκε προς τη συγκρότηση οργανώσεων νεολαίας, στρατηγική από την οποία δεν απομακρύνθηκε ούτε η ΕΠΕΝ. Η δραστηριότητα της νεολαίας του κόμματος δύναται να χωριστεί σε δύο χρονικές υποπεριόδους (1984-1985 και 1985-1989), οι οποίες ακολουθούν τις πορείες των δύο προσώπων που βρέθηκαν επικεφαλής της (Νίκος Μιχαλολιάκος και Μάκης Βορίδης αντίστοιχα). Κεντρικό γνώρισμα της νεολαίας ΕΠΕΝ ήταν ο διφυής χαρακτήρας της φυσιογνωμίας της στην οποία συνυπήρχαν οι θεωρητικές επεξεργασίες με τη βίαιη ακτιβιστική δράση.
Ως προς το ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο, στο πλαίσιο της νεολαίας εκφράστηκε η κριτική σε σχέση με την εμμονή του κόμματος στο μονοθεματικό αίτημα για αποφυλάκιση των χουντικών αξιωματικών, η στηλίτευση των «παλαιοδεξιών» αντιλήψεων για την πολιτική και η αποδοκιμασία του στείρου ακροδεξιού πολιτικού λόγου που έδινε έμφαση στην παράδοση της «εθνικοφροσύνης». Παράλληλα, επιδιώχθηκε η καλλιέργεια μιας «αντι-πρότασης» για τη δημιουργία ενός αυτόνομου ιδεολογικά εθνικιστικού κινήματος το οποίο θα παρουσιαζόταν αποδεσμευμένο από την προσκόλληση σε μνήμες και σύμβολα του μετεμφυλιακού παρελθόντος. Κομβική σ’ αυτήν την κατεύθυνση ήταν η συμβολή του περιοδικού Νέα Τάση και ιδιαίτερα του Βορίδη, ο οποίος είχε στραμμένα τα ιδεολογικά του ενδιαφέροντα στις εξελίξεις της «Νέας Δεξιάς» στον ευρωπαϊκό χώρο. Παράλληλα, η εξοικείωση μελών της νεολαίας της ΕΠΕΝ με βίαιες πρακτικές έφερε στο προσκήνιο μια σειρά περιστατικών στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όπου οι ομάδες κρούσης της οργάνωσης, είτε συντεταγμένα είτε με την καμουφλαρισμένη εμφάνισή τους ως «αγανακτισμένων πολιτών» στο πλευρό των σωμάτων ασφαλείας, άσκησαν βία εναντίον πολιτικών τους αντιπάλων (κυρίως οργανώσεων της Αριστεράς και ομάδων αναρχικών). Η αναστολή λειτουργίας της νεολαίας ακολούθησε την πορεία αποσύνθεσης του κόμματος, η οποία συντελέστηκε μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1989.
ΕΝΕΚ
Ενιαίο Εθνικιστικό Κίνημα (ΕΝΕΚ)
Οι ανακατατάξεις στο εσωτερικό της ΕΝΕΠ στα τέλη της δεκαετίας του 1970 πυροδότησαν νέες διεργασίες που κατέληξαν στη δημιουργία της οργάνωσης του ΕΝΕΚ μετά από συνέδριο που συνεκλήθη γι’ αυτό τον σκοπό τον Μάιο 1979 στον Βόλο. Τα στελέχη της οργάνωσης με επικεφαλής τον Πολύδωρο Δάκογλου προσδιόρισαν το ιδεολογικοπολιτικό του πρόγραμμα μέσα από το σύνθημα «Προοπτική 2000», το οποίο αναφερόταν στη δυνατότητα της «εθνικιστικής νεολαίας» να καταστεί πολιτική δύναμη και να επιφορτιστεί με την ιδεολογική διαφώτιση της κοινωνίας σύμφωνα με τις αρχές του «Ελληνικού Εθνικισμού». Τα προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Ελλάδα, σύμφωνα με το ΕΝΕΚ, ήταν οι εθνικοί κίνδυνοι, η ταχεία συρρίκνωση του ελληνικού πληθυσμού, το υπερήλικο «πολιτικό κατεστημένο», το αυταρχικό «κομματικό σύστημα», τα διεθνή οικονομικά «πλέγματα συμφερόντων» και ο «Σλαβοκουμμουνισμός». Έτσι, λοιπόν, κεντρικά στοιχεία της ιδεολογίας του αποτέλεσαν ο ελληνοκεντρικός εθνικισμός και η οργανική αντίληψη για το έθνος, ο αλυτρωτισμός, ο αντικομμουνισμός, οι υπαγόμενες στον κοινωνικό δαρβινισμό θεωρίες, ενώ εμφάνιζε επιρροές από τον ιστορικό φασισμό και εθνικοσοσιαλισμό.
Σε οργανωτικό επίπεδο, το ΕΝΕΚ ήταν συγκροτημένο στη βάση μιας δαιδαλώδους και αυστηρά ιεραρχικής διάταξης, άνοιξε παραρτήματα σε πόλεις ανά την Ελλάδα, συγκρότησε την Εθνικιστική Νεολαία Ελλάδος (ΕΝΕ) και τη Μαθητική Ελληνική Αγωνιστική Κίνηση (ΜΕΑΚ), εξέδιδε τις εφημερίδες Συναγερμός και Νέα Θέσις, ενώ εγκαινίασε το βιβλιοπωλείο «Νέα Θέσις» δημιουργώντας τις ομώνυμες εκδόσεις. Μάλιστα, έδινε σημασία στην ιδεολογική κατάρτιση των μελών του οργανώνοντας «εκπαιδευτικές διαδικασίες», σε μίμηση πρακτικών που εφάρμοσε παλαιότερα το Κ4Α του Κωνσταντίνου Πλεύρη. Επιπλέον, το ΕΝΕΚ αυτοπροσδιοριζόταν ως «κίνημα» εμπλουτίζοντας τη δραστηριότητά του με δημόσιες παρεμβάσεις και ακτιβιστικές ενέργειες, κυρίως για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» («βορειοηπειρωτικό», «κυπριακό»), ενώ συμμετείχε δυναμικά στις ετήσιες «γιορτές μίσους».
Ωστόσο, παρά τον αντικομματικό χαρακτήρα που δήλωνε, το ΕΝΕΚ συμμετείχε αυτόνομα στις ευρωεκλογές Ιουνίου 1984 συγκεντρώνοντας αμελητέα ποσοστά (0,09%), καθώς και στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1989, όπου παρά την σύμπραξή του με το Κόμμα Ελληνισμού σημείωσε επίσης χαμηλό ποσοστό (0,23%). Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1985 με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του στήριξε επίσημα τη Νέα Δημοκρατία με απώτερο στόχο την ανατροπή του ΠΑΣΟΚ. Τέλος, το ΕΝΕΚ πήρε μέρος στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου 1990 στο πλαίσιο της ακροδεξιάς εκλογικής συμμαχίας υπό την ονομασία Εθνικιστική Συμπαράταξη, η οποία αποκόμισε ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά (0,03%).
ΦΕΠ
Φοιτητική Εθνική Πρωτοπορία (ΦΕΠ)
Η ΦΕΠ ως αυτόνομος σχηματισμός προέκυψε μετά από την αναστολή λειτουργίας του Κ4Α παραμένοντας πιστή στο ιδεολογικό αφήγημα περί «ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού» που εισήγαγε ο Κωνσταντίνος Πλεύρης. Η δραστηριότητα της ομάδας με επικεφαλής τον Δημήτρη Καψάλα εντοπίζεται αρχικά στη Θεσσαλονίκη και εκτείνεται χρονικά έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Το επίσημο όργανο της ΦΕΠ ήταν το περιοδικό Ελληνικόν Αύριον, ενώ εξέδιδε τις εφημερίδες Προβολή (Θεσσαλονίκη) και Νέα Δύναμις (Αθήνα). Υπεύθυνος για τα θέματα νεολαίας της ομάδας ορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κιλτίδης, πρώην στέλεχος της Κεντρικής Επιτροπής του Κ4Α Θεσσαλονίκης, ο οποίος σε μεταγενέστερο χρόνο διετέλεσε βουλευτής Κιλκίς της Νέας Δημοκρατίας (2000-2012) και υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (2007-2009). Η ΦΕΠ στα κείμενά της περιέγραφε τον εθνικισμό που πρέσβευε ως «κοσμοθεωρία» και «αναγεννητική» διαδικασία, μέσω της οποίας το άτομο υποτάσσεται στο έθνος και τη «δύναμη της ράτσας». Επιπλέον, στα έντυπα της ο λόγος της χαρακτηριζόταν από έντονη αντικομμουνιστική ρητορική και αναθεωρητικές αντιλήψεις για το ιστορικό παρελθόν. Ωστόσο, κρίσιμο συστατικό της ιδεολογικής της φυσιογνωμίας αποτέλεσε ο φανατικός αντισημιτισμός, που κυριαρχούσε ως θεματική στην αρθρογραφία και τα βιβλία που εξέδιδαν τα στελέχη της.
«Ομάδα Ανδρέα Δενδρινού»
«Ομάδα Ανδρέα Δενδρινού»
Η συγκεκριμένη ομαδοποίηση σχηματοποιήθηκε μετά από την αποχώρηση του Ανδρέα Δενδρινού και μερίδας πρώην στελεχών της ομάδας «Κίνημα» από το ΕΝΕΚ λίγο μετά από το ιδρυτικό του συνέδριο στο περιθώριο ιδεολογικών διαφωνιών (Σεπτέμβριος 1979). Έκτοτε η ομάδα πήρε στον έλεγχό της το διαδεδομένο στον ακροδεξιό χώρο περιοδικό Το Κίνημα συνεχίζοντας την έκδοσή του μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1980, στρεφόμενη ιδεολογικά προς τον εθνικοσοσιαλισμό. Παράλληλα, μέλη της (όπως ο Βλαδίμηρος Ψιακής) διατήρησαν τη διαχείριση του βιβλιοπωλείου «Ελεύθερη Σκέψις» και τις ομώνυμες εκδόσεις, ενώ αφιερώθηκαν αποκλειστικά σε ιδεολογικές επεξεργασίες αποφεύγοντας τη συγκρότηση πολιτικής οργάνωσης. Επικεντρώνονταν στην προπαγάνδιση θεωριών περί «Εθνοκοινωνισμού», φυλετισμού και βιοπολιτικών πρακτικών ευγονισμού, οι οποίες βασίζονταν σε συγγράμματα του Δενδρινού, όπως το βιβλίο Ελληνική Πρόκλησις που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1976. Επιπλέον, στα βασικά στοιχεία του ιδεολογικού λόγου της ομάδας θα πρέπει να προστεθούν ο αντισημιτισμός, ο αναθεωρητισμός και η προβολή συνωμοσιολογικών μύθων για τους Εβραίους. Η «Ομάδα Ανδρέα Δενδρινού» συνδέθηκε επίσης στενά με δύο επιμέρους εκδοτικά εγχειρήματα που εξέφραζαν εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες από την Θεσσαλονίκη. Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ανέπτυξε επαφές με το περιοδικό Τετράδια Εθνικού Σοσιαλισμού με υπεύθυνο τον Γεώργιο Μουσταΐρα και το περιοδικό Η Φωνή του Λαού υπό τον Βασίλειο Χρήστου.
Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή
Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή
Η Χρυσή Αυγή αποτελεί το μακροβιότερο σχηματισμό του ακροδεξιού χώρου στην μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας έχοντας μια πορεία που ξεπερνά τις τέσσερις δεκαετίες. Η πρώτη εμφάνιση της νεοναζιστικής οργάνωσης τοποθετείται χρονικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν μια μικρή ομάδα ατόμων προχώρησε στην έκδοση της «εθνικοσοσιαλιστικής περιοδικής έκδοσης» Χρυσή Αυγή. Επικεφαλής της Χρυσής Αυγής και ιθύνων νους ήταν ο Νίκος Μιχαλολιάκος, πρόσωπο με ενεργό ρόλο στον ακροδεξιό χώρο από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Πρωταρχικό στόχο της ομάδας αποτέλεσαν οι θεωρητικές επεξεργασίες και οι ιδεολογικές επιμορφώσεις μεταξύ των στελεχών της. Ωστόσο, ο αρχηγός της κατέθεσε δήλωση στον Άρειο Πάγο (Φεβρουάριος 1983) με την οποία η οργάνωση αναγνωρίστηκε ως πολιτική κίνηση με την ονομασία «Λαϊκός Σύνδεσμος». Στη συνέχεια, αποφασίστηκε ο διαχωρισμός μεταξύ του τομέα εκδόσεων και προπαγάνδας υπό τις ονομασίες «Χρυσή Αυγή» και Εθνικοσοσιαλιστικό Κίνημα «Λαϊκός Σύνδεσμος» αντίστοιχα. Η περίοδος ανάμεσα στο 1980-1984 αποτέλεσε την πρώτη περίοδο δράσης της Χρυσής Αυγής, καθώς στις αρχές του 1984 το περιοδικό διέκοψε την έκδοσή του και τα γραφεία της έκλεισαν, ενώ ο επικεφαλής της συμμετείχε ως γραμματέας στη συγκρότηση της νεολαίας ΕΠΕΝ (Σεπτέμβριος 1984-Ιανουάριος 1985). Μετά από την αποχώρησή του από την τελευταία ο Μιχαλολιάκος στράφηκε σταδιακά τα επόμενα χρόνια στην επανασύσταση της Χρυσής Αυγής εγκαινιάζοντας μια νέα περίοδο για την οργάνωση και ανασυγκροτώντας τα βασικά χαρακτηριστικά της με τη σύνταξη του καταστατικού και της «Διακήρυξης Ιδεολογικών Αρχών».
Από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας της, η Χρυσή Αυγή απέφυγε να εμπλακεί στις πολιτικές έριδες εντός του ακροδεξιού χώρου και ως εκ τούτου αποστρεφόταν κάθε συνεργασία με τους υπόλοιπους ακροδεξιούς σχηματισμούς, καλλιεργώντας έναν ιδιότυπο απομονωτισμό. Παρ’ όλα αυτά, διασυνδέθηκε με ευρωπαϊκές νεοναζιστικές οργανώσεις συμμετέχοντας ενεργά σε συνέδρια εθνικοσοσιαλιστών («Νέα Ευρωπαϊκή Τάξις»). O πυρήνας της ιδεολογίας της Χρυσής Αυγής αποτυπώνεται στις θεματικές που κάλυπτε το περιοδικό της, οι οποίες συμπυκνώνονταν στην προβολή του εθνικοσοσιαλισμού σε ποικίλα επίπεδα (φιλοσοφικό, θεωρητικό, πολιτικό, ιστορικό, επετειακό) και στην αναπαραγωγή των συμβόλων του. Ειδικότερα, η «Διακήρυξη Ιδεολογικών Αρχών» της οργάνωσης πρόκειται για ένα μανιφέστο υπεράσπισης του εθνικοσοσιαλισμού και των φυλετικών θεωριών, προώθησης του φανατικού αντισημιτισμού και καταγγελίας της αστικής δημοκρατίας. Σε οργανωτικό επίπεδο, το επίσημο καταστατικό της οργάνωσης καθόριζε τη «στρατιωτικού» τύπου δομή της Χρυσής Αυγής (σε μίμηση του Κ4Α), περιέγραφε την «Αρχή του Αρχηγού» ως κομβική βαθμίδα στην ιεραρχία της ομάδας και όριζε τον «Εσωτερικό Κώδικα» και το «Εθνικοσοσιαλιστικό Τυπικό», στοιχεία που σκιαγραφούν την επιδίωξη για στροφή της οργάνωσης προς την ακτιβιστική δράση. Τα παραπάνω επιβεβαιώθηκαν χαρακτηριστικά με την έντονη δραστηριότητα της Χρυσής Αυγής κατά τη δεκαετία του 1990, όταν επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την συγκυρία της εθνικιστικής έξαρσης με το «Μακεδονικό» και την αντιμεταναστευτική υστερία που κατέκλεισε την ελληνική κοινωνία απέναντι σε μετανάστ(ρι)ες με αλβανική κυρίως καταγωγή.
ΣΦΕΒΑ – ΠΑΣΥΒΑ
Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΣΦΕΒΑ) – Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΠΑΣΥΒΑ)
Οι συγκεκριμένες ακροδεξιές οργανώσεις ιδρύθηκαν με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανού και ως μονοθεματικό στόχο είχαν την προβολή του λεγόμενου «Βορειοηπειρωτικού ζητήματος». Προπαγάνδιζαν παράλληλα αλυτρωτικές θέσεις και αντιλήψεις αναφορικά με τους ελληνόφωνους πληθυσμούς που κατοικούσαν επί αλβανικού εδάφους σε μια περιοχή επί των συνόρων με το ελληνικό κράτος. Η φοιτητική οργάνωση ΣΦΕΒΑ συγκροτήθηκε το 1982 με επίσημο όργανο την εφημερίδα Βορειοηπειρωτικό Βήμα οργανώνοντας συλλαλητήρια, διαμαρτυρίες, κινητοποιήσεις και ποικίλες εκδηλώσεις για την ανάδειξη του ζητήματος, ενώ η ΠΑΣΥΒΑ που εμφανίστηκε το 1987 διοργάνωνε διεθνή συνέδρια για τον ίδιο σκοπό με τη συμμετοχή διπλωματών και επιστημόνων, θέτοντας ζητήματα που αφορούσαν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της «ελληνικής μειονότητας» από το αλβανικό κράτος και προωθώντας διαμέσου ψηφισμάτων ως λύση την αυτονόμηση της «Βόρειας Ηπείρου». Η δράση τους συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν οι ραγδαίες διεθνείς εξελίξεις με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων επανέφεραν το ζήτημα σε νέα πολιτική βάση.
Ακροδεξιά & υποκουλτούρες
Ακροδεξιά και υποκουλτούρες
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 ανιχνεύονται διαδικασίες προσέγγισης ανάμεσα σε ακροδεξιές οργανώσεις και στις αναδυόμενες νεανικές υποκουλτούρες (skinheads και μερίδας των hooligans των γηπέδων). Ειδικότερα, η νεολαία της ΕΠΕΝ στράφηκε προς αυτόν τον προνομιακό χώρο επιχειρώντας να καλύψει τις ανάγκες συγκρότησης των ομάδων κρούσης της στη «μάχη του πεζοδρομίου». Από την πλευρά τους οι skinheads, οι οποίοι αποτελούσαν διακριτή—ακόμη και στιλιστικά—ομάδα, ήταν εξοικειωμένοι με τη χρήση βίαιων πρακτικών και μάλιστα εμφορούνταν από ρατσιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις. Έτσι, επιδιώκοντας την οργανωτική σύνδεση με τους τελευταίους προσπάθησε μέσα από τα έντυπά της (περιοδικό Νέα Τάση) να πολιτικοποιήσει τον κοινωνικό ρόλο της συγκεκριμένης υποκουλτούρας—μια διαδικασία που είχε και απτά αποτελέσματα με τη σποραδική συμμετοχή skinheads σε δημόσιες παρεμβάσεις της οργάνωσης. Αντίστοιχα, οι προσπάθειες οργανωτικής δικτύωσης στράφηκαν και στους hooligans, όταν για ένα διάστημα μέλη της νεολαίας ΕΠΕΝ συμμετείχαν στη Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ). Σ’ αυτό το περιβάλλον, όπου η βία κατά οπαδών αντίπαλων ομάδων και η επιβολή της δύναμης του ενός προς τον άλλο εξυμνούνταν, επιχειρήθηκε η προσέγγιση και η μύηση νεαρών ατόμων σ’ αυτές τις φασιστικές αντιλήψεις. Αν και η συγκεκριμένη οργάνωση δεν απέκτησε ευρύτερη αποδοχή, παρ’ όλα αυτά επιδίωκε να κεντρίζει την προσοχή με προκλητικές αναρτήσεις πανό και σημαιών που ανέγραφαν ναζιστικά συνθήματα ή αναπαριστούσαν σύμβολα του Γ’ Ράιχ.
-
ΚτΠ
-
KEME
-
ΕΠΕΝ
-
Νεολαία ΕΠΕΝ
-
ΕΝΕΚ
-
ΦΕΠ
-
«Ομάδα Ανδρέα Δενδρινού»
-
Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή
-
ΣΦΕΒΑ – ΠΑΣΥΒΑ
-
Ακροδεξιά & υποκουλτούρες
Δεκαετία 1990
ΕΠΕΝ
Εθνικό Κόμμα (ΕΠΕΝ)
Το συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο 1989 μετά την παραίτηση του Γεώργιου Παπαδόπουλου από την ηγεσία της ΕΠΕΝ. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν πολιτικό σχηματισμό, ο οποίος δημιουργήθηκε από ηγετικά στελέχη της τελευταίας που επιδίωξαν να αποσυνδεθούν από την πολιτική κληρονομιά του πρώην δικτάτορα, τον μονοθεματικό χαρακτήρα των αιτημάτων (αποφυλάκιση χουντικών) και την «παλαιοκομματική νοοτροπία» που δέσποζαν στο εσωτερικό της. Ωστόσο, στο επίπεδο της ιδεολογίας διατήρησαν όλα τα προϋπάρχοντα βασικά χαρακτηριστικά της ΕΠΕΝ (εθνικισμός, αντικομμουνισμός, αλυτρωτισμός, συντηρητική ηθική, δόγμα «νόμος, τάξη και ασφάλεια») με τη διαφορά ότι επικεντρώθηκαν εξίσου στην προώθηση ξενοφοβικής ρητορικής και ρατσιστικού λόγου απέναντι σε μετανάστ(ρι)ες. Επιπλέον, υπήρξε η μέριμνα για τη συγκρότηση τμήματος νεολαίας υπό την ονομασία Μέτωπο Εθνικιστικής Νεολαίας (ΜΕΝ) με επικεφαλής τον Μάκη Βορίδη.
Το Εθνικό Κόμμα συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου 1990 συγκεντρώνοντας αμελητέο ποσοστό (0,10%). Παρά το δυσμενές αποτέλεσμα, τα επόμενα χρόνια το νεοσύστατο κόμμα υιοθετώντας νέα ονομασία ως «Εθνικό Κόμμα – ΕΠΕΝ» πήρε μέρος σε ακόμη τρεις εκλογικές αναμετρήσεις (βουλευτικές Οκτωβρίου 1993 – 0,14%, ευρωεκλογές Ιουνίου 1994 – 0,78%, βουλευτικές Σεπτεμβρίου 1996 – 0,24%), στις οποίες σημείωσε ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά, με συνέπεια να ληφθεί η απόφαση για αναστολή της λειτουργίας του το 1996.
Ελληνικό Μέτωπο
Τον Απρίλιο 1994 μετά από μια σειρά εσωτερικών διαβουλεύσεων ιδρύθηκε το Ελληνικό Μέτωπο με τη συμμετοχή προβεβλημένων στελεχών του μεταπολιτευτικού ακροδεξιού χώρου με θητεία σε παλαιότερα κόμματα και οργανώσεις (Κ4Α, ΕΠΕΝ, ΕΝΕΚ). Γρήγορα επικεφαλής του κόμματος τέθηκε ο Μάκης Βορίδης, ενώ συγκροτήθηκαν η Νεολαία Ελληνικού Μετώπου (ΝΕΜ) και το Μαθητικό Μέτωπο, που στράφηκαν στην κυκλοφορία των ομώνυμων περιοδικών εκδόσεων. Επίσημο όργανο του κόμματος αποτέλεσε η εφημερίδα Ελληνικές Γραμμές προπαγανδίζοντας τις θέσεις και τη δραστηριότητα του κόμματος. Τον Οκτώβριο 1997 διοργάνωσε την Ευρωπαϊκή Εθνικιστική Συνδιάσκεψη με προσκεκλημένους επιφανείς ευρωπαίους ομοϊδεάτες της ακροδεξιάς, όπως ο Jean-Marie Le Pen, επιβεβαιώνοντας τον στρατηγικό προσανατολισμό του κόμματος ως προς τις εξελίξεις και τις ιδέες της ευρωπαϊκής «Νέας Δεξιάς».
Σε ιδεολογικό επίπεδο το Ελληνικό Μέτωπο προωθούσε τον «Ελληνικό Εθνικισμό» ο οποίος έδινε προτεραιότητα στις ανάγκες του γηγενούς πληθυσμού καλλιεργώντας σοβινιστικές αντιλήψεις («Πρώτα οι Έλληνες»). Παράλληλα, ο επίσημος λόγος του κόμματος χαρακτηριζόταν από την αντίθεση στην πολυπολιτισμικότητα, ο οποίος έβριθε ρατσισμού και ξενοφοβίας προς τους/τις μετανάστ(ρι)ες («εισβολή λαθρομεταναστών») και συμπυκνωνόταν στο σύνθημα ««κόκκινη κάρτα στους λαθρομετανάστες». Μάλιστα, δίνοντας έμφαση στο δόγμα «νόμος, τάξη και ασφάλεια» απέδιδε την αύξηση της εγκληματικότητας στο μεταναστευτικό στοιχείο, καλώντας επιπλέον σε μαζικές απελάσεις «παράνομων μεταναστ(ρι)ών». Επιμέρους στοιχεία της ιδεολογίας που πρόβαλε το Ελληνικό Μέτωπο ήταν ο αλυτρωτισμός και ο μιλιταρισμός, ενώ πρότεινε ακόμη και την υποχρεωτική στράτευση των γυναικών σε μια προοπτική ενίσχυσης του δυναμικού των ενόπλων δυνάμεων. Σε πολιτικό επίπεδο στρεφόταν κατά του πολιτικού κατεστημένου υπογραμμίζοντας την ανάγκη μιας «επανάστασης» εναντίον του. Ειδικό βάρος έδινε επίσης στο ζήτημα της μειονότητας στη Θράκη, αναφορικά με το οποίο προωθούσε μέτρα για την εξάλειψη της υπογεννητικότητας, ώστε να στηριχθεί το ελληνικό στοιχείο στην περιοχή. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η πρόταση του Ελληνικού Μετώπου για τη συγκρότηση Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, ένα αίτημα που πρόσφατα δοκιμάστηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, κορυφαίο στέλεχος και υπουργός Επικρατείας της οποίας αποτελεί πλέον ο Βορίδης.
Το Ελληνικό Μέτωπο συμμετείχε για πρώτη φορά σε εκλογική διαδικασία στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου 1998, με υποψήφιο δήμαρχο Αθήνας τον Βορίδη, σημειώνοντας μικρό ποσοστό (0,6%). Στη συνέχεια, πήρε μέρος στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1999 (0,12%), στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου 2000 σε συνεργασία με την Πρώτη Γραμμή (0,18%), στις βουλευτικές του Μαρτίου 2004 (0,09%) και στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2004 (0,25%) εμφανίζοντας ιδιαίτερα μικρή συγκομιδή ψήφων. Ως εκ τούτου, οι ιθύνοντές του ανταποκρίθηκαν στη γενικότερη οργανωτική κινητικότητα που επικρατούσε στο εσωτερικό του ακροδεξιού χώρου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και αποφάσισαν την εισχώρηση του κόμματος στον Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό (ΛΑΟΣ), διατηρώντας παρ’ όλ’ αυτά την αυτονομία του.
Κόμμα Ελληνισμού
Πρόκειται για ένα προσωποπαγές ακροδεξιό κόμμα, το οποίο ιδρύθηκε από τον επιχειρηματία Σωτήρη Σοφιανόπουλο το 1981. Σε ιδεολογικό επίπεδο εξέφραζε εθνικιστικές, αλυτρωτικές, ξενοφοβικές και αντισημιτικές θέσεις. Παράλληλα, έδινε ιδιαίτερη βάση στο δόγμα «νόμος, τάξη και ασφάλεια» και στην «Ελληνοχριστιανική παράδοση», ενώ ο πολιτικός του λόγος χαρακτηρίζεται από αντικομματικά αισθήματα εμπεριέχοντας συχνά κατηγορίες για διαφθορά και ανικανότητα κατά των κατεστημένων κομμάτων και του πολιτικού συστήματος συλλήβδην. Για πρώτη φορά συμμετείχε σε εκλογική διαδικασία μαζί με το ΕΝΕΚ στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1989 επιτυγχάνοντας μικρή συγκομιδή ψήφων (0,29%). Αυτόνομα πήρε μέρος στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 1996 (0,18%), στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1999 (0,26%) και στις βουλευτικές του Απριλίου 2000 (0,09%), όπου δεν κατάφερε να σημειώσει αξιόλογα ποσοστά. Μετά από τις τελευταίες εκλογές η λειτουργία του κόμματος ανεστάλη και αποφασίστηκε η ενσωμάτωσή του στο κόμμα του νεοσύστατου τότε Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑΟΣ).
Εθνική Συμμαχία
Ο κομματικός σχηματισμός της Εθνικής Συμμαχίας ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών του Φθινοπώρου 1999 από τον Γρηγόρη Μιχαλόπουλο, εκδότη επί δεκαετιών των ακροδεξιών εφημερίδων Ελεύθερη Ώρα και Νέοι Άνθρωποι. Οι ιδεολογικοπολιτικές θέσεις του θνησιγενούς αυτού κόμματος διαπνέονταν από ένα κράμα εθνικιστικών αντιλήψεων, παρωχημένου φιλοδικτατορικού λόγου (αποφυλάκιση χουντικών) και ξενοφοβικής ρητορικής, με όχημα τις οποίες ο επικεφαλής της φιλοδοξούσε να εκπροσωπήσει τα υπολείμματα των υποστηρικτών της χούντας και των φιλοβασιλικών στη χώρα. Μάλιστα, η Εθνική Συμμαχία χρησιμοποίησε ως προπαγανδιστικό μέσο τις εκπομπές του Μιχαλόπουλου στον τηλεοπτικό σταθμό ΤΗΛΕΤΩΡΑ επιχειρώντας να συσπειρώσει τον ακροδεξιό χώρο «για μια Εθνική Λαϊκή Πατριωτική Δεξιά», προοπτική που όμως τελικά απέτυχε παταγωδώς, καθώς στις μοναδικές εκλογές που συμμετείχε (βουλευτικές Απριλίου 2000) συγκέντρωσε το 0,21% των ψήφων, ενώ αμέσως μετά από αυτές η λειτουργία του κόμματος ανεστάλη.
Πρώτη Γραμμή
Πρόκειται για έναν ακόμη θνησιγενή κομματικό σχηματισμό του ακροδεξιού χώρου που ίδρυσε το ηγετικό στέλεχος του ακροδεξιού χώρου Κωνσταντίνος Πλεύρης στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Στις ιδεολογικοπολιτικές τοποθετήσεις του κόμματος αποκρυσταλλώνονταν οι επιρροές από τον ναζισμό (φυλετικές θεωρίες, αντισημιτισμός), η ξενοφοβία, η υπεράσπιση των βίαιων απελάσεων μεταναστ(ρι)ών, η εξύμνηση του κύρους των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, η έμφαση στην αναστήλωση των πυλώνων του «Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού» και υπογραμμίζονταν οι κίνδυνοι για τον ηθικό εκφυλισμό της νεολαίας. Η Πρώτη Γραμμή συμμετείχε για πρώτη φορά στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1999 σε συνεργασία με τη Χρυσή Αυγή συγκεντρώνοντας ποσοστό της τάξεως του 0,75%, ενώ πήρε μέρος και στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου 2000 συνεργαζόμενη με το Ελληνικό Μέτωπο αποκομίζοντας το 0,18% των ψήφων. Στους επόμενους μήνες, μετά από το τελευταίο αποτυχημένο εκλογικό αποτέλεσμα, αποφασίστηκε η προσχώρηση των δυνάμεων του κόμματος στον νεοσύστατο Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό (ΛΑΟΣ), όπου ο Πλεύρης εμφανιζόταν ως ιδρυτικό στέλεχος.
Λαϊκός Σύνδεσμος – Xρυσή Αυγή
Η δεκαετία του 1990 αποτελεί την περίοδο της δυναμικής και εξωστρεφούς δράσης της Χρυσής Αυγής, η οποία εκμεταλλευόμενη την έξαρση του εθνικισμού στο πλαίσιο του «Μακεδονικού» (συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις σε μεγάλες πόλεις) και τον διάχυτο ρατσισμό που αναπτύχθηκε στην ελληνική κοινωνία κατά των μεταναστ(ρι)ών στράφηκε σ’ έναν βίαιο εξτρεμισμό του πεζοδρομίου, έχοντας ως στόχο κυρίως μετανάστες και μέλη ακροαριστερών, αντιφασιστικών ή αναρχικών οργανώσεων αποκαλώντας τους «ανθέλληνες» και «μειοδότες». Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας σημειώθηκαν εκατοντάδες επιθέσεις από ομάδες κρούσης της Χρυσής Αυγής, ενώ μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις (Ιούνιος 1998) υπήρξε ουσιαστική δίωξη για τους δράστες, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του υπαρχηγού της οργάνωσης Αντώνη («Περίανδρου») Ανδρουτσόπουλου αναφορικά με τον άγριο ξυλοδαρμό τριών αριστερών φοιτητών, γεγονός που δημιουργεί εύλογα προβληματισμούς για τη διαφαινόμενη ιδιότυπη ασυλία που απολάμβαναν τα μέλη της από μερίδα του κρατικού μηχανισμού. Σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του αρχηγού της Νίκου Μιχαλολιάκου, η βίαιη ακτιβιστική δράση της οργάνωσης είχε αναβαθμιστεί εκκωφαντικά στην εν λόγω περίοδο: «Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια φρουρά μαχητών που την κρίσιμη ώρα θα τιμωρήσει τους προδότες». Μάλιστα, την ίδια περίοδο (Μάρτιος 1995) μέλη της Χρυσής Αυγής σχημάτισαν την «Ελληνική Εθελοντική Φρουρά» συμμετέχοντας με αδιευκρίνιστο, ακόμη και σήμερα, τρόπο στη «σφαγή της Σρεμπρένιτσα» κατά την εισβολή του σερβικού στρατού στην πόλη της Βοσνίας, όπου δολοφονήθηκαν δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι της περιοχής.
Η Χρυσή Αυγή, αν και στην πρώτη περίοδο της δράσης της απέφευγε να προσδιοριστεί ως πολιτικό κόμμα δηλώνοντας απέχθεια ως προς τις εκλογικές διαδικασίες, τις οποίες χαρακτήριζε ως «απάτη», ωστόσο κατά τη δεκαετία του 1990 συμμετείχε σε εκλογικές αναμετρήσεις σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Αρχικά πήρε μέρος στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1994 συγκεντρώνοντας αμελητέο ποσοστό (0,11%). Στη συνέχεια, δοκιμάστηκε στις βουλευτικές του Σεπτεμβρίου 1996 (0,07%) και ξανά στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1999 (0,75%) σε συνεργασία με την Πρώτη Γραμμή του Κωνσταντίνου Πλεύρη, αποτυγχάνοντας για ακόμη μια φορά να έχει αξιόλογη εκλογική καταγραφή.
Εθνική Σταυροφορία
Η συγκεκριμένη προσωποπαγής ομάδα ιδρύθηκε από τον Φραγκίσκο («Φράνκυ») Παπαγεωργίου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 χωρίς να καταφέρει να έχει αξιόλογη απήχηση στο εσωτερικό το ακροδεξιού χώρου. Γύρω της συσπειρώθηκαν μέλη παλαιότερων οργανώσεων της ακροδεξιάς (Κ4Α) και διάφοροι φιλοβασιλικοί. Ιδεολογικά εξέφραζε ένα συνονθύλευμα εθνικισμού, μιλιταρισμού, αντικομμουνισμού και αλυτρωτισμού (κυρίως την περίοδο των συλλαλητηρίων για το «Μακεδονικό»), ενώ έδινε έμφαση σε θρησκευτικά ζητήματα, καθώς μέλη της ομάδας ήταν και παλαιοημερολογίτες. Αν και ο επικεφαλής της εμφανιζόταν ως θεοσεβούμενος μ’ ένα γκροτέσκο στυλ που έδινε έμφαση σε συντηρητικές αντιλήψεις, ωστόσο ήταν ιδιοκτήτης καταστήματος strip show (sic) και μάλιστα κατηγορήθηκε επανειλημμένα για μαστροπεία. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα παράδειγμα «επαγγελματία του πατριωτισμού και της εθνικοφροσύνης». Μετά από την αποσύνθεση της ομάδας, μερίδα των μελών της προσχώρησε στο Ελληνορθόδοξο Κίνημα Σωτηρίας (ΕΛΚΙΣ).
ΜΑΒΗ
Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου (ΜΑΒΗ)
Πρόκειται για μια ακροδεξιά παραστρατιωτική οργάνωση που ευθύνεται για την τοποθέτηση βόμβας στο αυτοκίνητο του πρέσβη της Αλβανίας στην Αθήνα (1983) και την ένοπλη επίθεση σε στρατόπεδο επί αλβανικού εδάφους με παράλληλη κλοπή όπλων (Απρίλιος 1994). Μάλιστα, με προκήρυξη που απέστειλε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για τη δεύτερη ενέργεια και κάλεσε σε ένοπλο αγώνα για την απελευθέρωση της «Βορείου Ηπείρου», δηλώνοντας ευθαρσώς τις ακροδεξιές ιδεολογικές της κατευθύνσεις και τα αλυτρωτικά κίνητρα της δράσης της. Ένα χρόνο μετά την επίθεση (Μάρτιος 1995) συνελήφθησαν 7 άτομα για την υπόθεση της ΜΑΒΗ, τα οποία μετά από δύο χρόνια καταδικάστηκαν με την κατηγορία του λαθρεμπορίου όπλων. Ωστόσο, γυρνώντας στο σήμερα, παρουσιάζει ενδιαφέρον ως προς το εύρος των δραστηριοτήτων της ακροδεξιάς αναφορικά με το ζήτημα του «βορειοηπειρωτικού» το γεγονός πως ένας από τους συλληφθέντες της υπόθεσης ΜΑΒΗ ήταν ο Φρέντυ Μπελέρη, ο οποίος τον Μάιο 2023 ως εκλεγμένος δήμαρχος Χειμάρρας συνελήφθη και φυλακίστηκε από τις αλβανικές αρχές αυτή τη φορά με την κατηγορία της εξαγοράς ψήφων, δύο μέρες πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές στη γειτονική χώρα
-
ΕΠΕΝ
-
Ελληνικό Μέτωπο
-
Κόμμα Ελληνισμού
-
Εθνική Συμμαχία
-
Πρώτη Γραμμή
-
Λαϊκός Σύνδεσμος – Xρυσή Αυγή
-
Εθνική Σταυροφορία
-
ΜΑΒΗ
Δεκαετία 2000
ΛΑΟΣ
Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑΟΣ)
Η δεκαετία του 2000 σηματοδοτεί την επαναφορά της ακροδεξιάς στην κεντρική πολιτική σκηνή και την κανονικοποίησή της. Σύσσωμος ο χώρος της ακροδεξιάς οφείλει πολλά στον Γιώργο Καρατζαφέρη και στον ΛΑΟΣ που έβγαλαν την ακροδεξιά από το ημίφως της πολιτικής και την έφεραν στο προσκήνιο ως αποδεκτή πολιτική έκφραση και συνομιλητή του υπόλοιπου πολιτικού συστήματος.
Ο Καρατζαφέρης ιδρύει τον ΛΑΟΣ λίγους μήνες έπειτα από την αποχώρησή του από τη Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή (Σεπτέμβριος 2000). Πρόκειται για ένα κόμμα που δεν κρύβει τον ιδεολογικό του προσανατολισμό, μιλά ανοιχτά εναντίον των μεταναστ(ρι)ών και της μετανάστευσης και προτάσσει τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό. Το κόμμα του αποτελείται από πολιτικούς που πρωταγωνιστούν έκτοτε στην πολιτική από διαφορετικές θέσεις: Μάκης Βορίδης, Άδωνης Γεωργιάδης, Κυριάκος Βελόπουλος, Θάνος Πλεύρης. Σημαντική παράμετρος στην άνοδο και επικράτησή του είναι η προβολή που χαίρει από τα συστημικά ΜΜΕ, ενώ το τέλος του έρχεται με την είσοδο του κόμματος στην τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά και το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου υπό την πρωθυπουργία του εξωκοινοβουλευτικού και τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμου. Πρόκειται για την κυβέρνηση που συγκροτήθηκε στα τέλη του 2011 με αποκλειστικό σκοπό την ψήφιση της δεύτερης δανειακής σύμβασης της Ελλάδας με τους δανειστές της και στην οποία ο ΛΑΟΣ συμμετέχει με 4 βουλευτές του, ενώ μέχρι τότε πολιτευόταν με αντιμνημονιακή ρητορική. Εν τέλει, ο Καρατζαφέρης ανακοινώνει την απόφασή του να μην στηρίξει τη δανειακή σύμβαση και το PSI που ψηφίζονται στις 12 Φεβρουαρίου 2012 με αποτέλεσμα οι βουλευτές του να παραιτηθούν από την κυβέρνηση και το κόμμα να οδηγηθεί σε διάσπαση. Στις επόμενες εθνικές εκλογές ο ΛΑΟΣ δεν εκλέγεται στη βουλή και το κόμμα περνά στην αφάνεια.
Οι τρεις από τους πιο προβεβλημένους του βουλευτές, δηλαδή ο Βορίδης, ο Γεωργιάδης και ο Πλεύρης προσχωρούν στη Νέα Δημοκρατία, ενώ ο τέταρτος, δηλαδή ο Βελόπουλος, ιδρύει την Ελληνική Λύση η οποία έχει σταθερή κοινοβουλευτική παρουσία από το 2019 και έπειτα. Ο ίδιος ο Καρατζαφέρης επανέρχεται στη δημοσιότητα πριν από τις εθνικές εκλογές του 2023 ως υμνητής του Κυριάκου Μητσοτάκη αλλά έπειτα από τις εκλογές αυτές ξαναπέφτει στην αφάνεια.
Σε κάθε περίπτωση, η συνεισφορά του ίδιου και του κόμματός του έγκειται τόσο στην κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου ήδη από τη λεγόμενη εποχή της ευμάρειας και της ανάπτυξης στην Ελλάδα όσο και στο ότι οι 4 πιο προβεβλημένοι βουλευτές του συνεχίζουν να αποτελούν σημαντικούς παράγοντες της κεντρικής πολιτικής σκηνής επηρεάζοντας, αν όχι καθορίζοντας, σταθερά την ατζέντα και το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο της συζήτησης στη δημόσια σφαίρα. Μπορεί η κοινοβουλευτική του παρουσία να ήταν σχετικά βραχύβια, η κληρονομιά του όμως παραμένει σημαντική.
Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή
Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή
Στα τέλη της δεκαετίας και ειδικά έπειτα από την εξέγερση του Δεκεμβρίου 2008 κάνει δειλά-δειλά την εμφάνισή της στην κεντρική πολιτική σκηνή το μακροβιότερο ακροδεξιό κόμμα της Ελλάδας και ένα από τα σημαντικότερα της Ευρώπης, η Χρυσή Αυγή υπό την ισόβια ηγεσία του Νίκoυ Μιχαλολιάκου.
Η Χρυσή Αυγή κεφαλαιοποιεί την αντιμεταναστευτική ρητορική των προηγούμενων δεκαετιών, την καλλιεργούμενη συντηρητικοποίηση έπειτα από την εξέγερση του 2008 και, φυσικά, τη δυσαρέσκεια που προκύπτει σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από τις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται από το 2010. Στις δημοτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2010 το κόμμα εκλέγει μία θέση στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων έχοντας επικεντρώσει την προσοχή του στις γειτονιές της Αθήνας που υποβαθμίζονται συστηματικά. Ακολούθως, η Χρυσή Αυγή εκλέγεται για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο τον Ιούνιο 2012 και επανεκλέγεται και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 (Ιανουάριος και Σεπτέμβριος), ενώ τελικά δεν καταφέρνει να έχει κοινοβουλευτική παρουσία για πρώτη φορά στις εθνικές εκλογές του Ιουλίου 2019, όταν συγκεντρώνει ποσοστό 2,99%.
Πριν από τη γιγάντωση αυτή της Χρυσής Αυγής, έχουν προηγηθεί μια σειρά από γεγονότα τα οποία επέτρεψαν την ορατότητα και άνοδό της. Μεταξύ αυτών, αναφέρουμε ενδεικτικά τα εξής: α. ο πρωταγωνιστικός της ρόλος στο πογκρόμ του Μαΐου 2011 στην πλατεία Βικτωρίας που ακολούθησε τη δολοφονία του Μανώλη Καντάρη από μετανάστες˙ β. η δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν, του νεαρού μετανάστη από το Πακιστάν την ώρα που πήγαινε στη δουλειά του, από τους Χρήστο Στεργιόπουλο και Διονύση Λιακόπουλο˙ γ. η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, αντιφασίστα μουσικού από το Κερατσίνι, από τον Γιώργο Ρουπακιά˙ δ. η επίθεση σε αφισοκολλητές και μέλη του ΠΑΜΕ στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος˙ και ε. η επίθεση στους αλιεργάτες από την Αίγυπτο στο Πέραμα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι μόνο μετά από τη δολοφονία του Φύσσα κινήθηκε δικαστική διαδικασία εναντίον της η οποία οδήγησε αρχικά στην προφυλάκιση της λεγόμενης ηγετικής της ομάδας τον Οκτώβριο 2013 και στην καταδίκη αυτής της ομάδας και μιας σειράς άλλων επικεφαλής τμημάτων της και μελών της σε διάφορες ποινές κάθειρξης το 2020. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Χρυσή Αυγή δικάστηκε ως εγκληματική οργάνωση και όχι ως τρομοκρατική, όπως θα ήταν δυνατό να γίνει, που θα οδηγούσε σε μεγαλύτερες ποινές.
Έπειτα από την καταδίκη της αλλά και τη μη επανεκλογή της, η Χρυσή Αυγή διασπάται σε τρία μέρη: το πρώτο παραμένει πιστό στον παραδοσιακό της ηγέτη, τον Μιχαλολιάκο. Το δεύτερο συντάσσεται πίσω από τον Ηλία Κασιδιάρη ο οποίος αποχωρεί από το κόμμα έπειτα από τη διαφωνία του με τον αρχηγό σχετικά με τη φυσιογνωμία της Χρυσής Αυγής και ακολούθως ανακοινώνει την ίδρυση του δικού του κόμματος, του Εθνικού Κόμματος Έλληνες. Το τρίτο και λιγότερο σημαντικό προέρχεται από τη διάσπαση που προκαλεί ο Γιάννης Λαγός ο οποίος, αν και εκλεγμένος βουλευτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τη Χρυσή Αυγή, ανεξαρτητοποιείται και ιδρύει το κόμμα Εθνική Λαϊκή Συνείδηση (ΕΛΑΣΥΝ).
Όσον αφορά τον ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό της, η Χρυσή Αυγή πρεσβεύει τον εθνικοσοσιαλισμό, ευρύτερα γνωστό ως ναζισμό, τον φυλετισμό, τον αντισημιτισμό, τον ρατσισμό και τη λευκή ανωτερότητα. Στην οικονομία τάσσεται υπέρ της επιστροφής στον πρωτογενή τομέα και διακηρύττει την αρχή της αυτάρκειας της εθνικής οικονομίας, ενώ θεωρεί τον καπιταλισμό ένα παρασιτικό οικονομικό σύστημα. Θεωρεί ότι το κράτος πρέπει να υπηρετεί το έθνος, υπερασπίζεται την Ορθοδοξία—παρ’ όλο που μέλη της τηρούν παγανιστικά έθιμα και δοξασίες—και την παραδοσιακή πυρηνική μορφή της οικογένειας στο πλαίσιο της οποίας στην γυναίκα αναγνωρίζεται αποκλειστικά ο αναπαραγωγικός της ρόλος στην υπηρεσία της οικογένειας και της αναπαραγωγής του έθνους.
Επιπλέον, η Χρυσή Αυγή ευαγγελίζεται τη δημιουργία της Ελλάδας των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών και είναι ένα κόμμα τυπικά αντικομμουνιστικό και εναντίον της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το οποίο, τέλος, πρεσβεύει όλο το φάσμα των θέσεων που χαρακτηρίζουν τα σύγχρονα φασιστικά κόμματα, όπως είναι η θέση εναντίον των αμβλώσεων και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και η ισλαμοφοβία.
Εκτός από το μητρικό κόμμα, η Χρυσή Αυγή περιβάλλεται και από μια σειρά ομάδες-δορυφόρους, όπως η Γαλάζια Στρατιά, ο σύνδεσμος φιλάθλων που πρόσκειται στη Χρυσή Αυγή, και η Νεολαία της που εκδίδει το περιοδικό Αντεπίθεση. Η Νεολαία της είναι στην αιχμή του δόρατος για την αναγέννηση του κόμματος έπειτα από την καταδίκη της και την ασθένεια του ισόβιου αρχηγού της. Ωστόσο, τόσο η Νεολαία όσο το εκδοτικό εγχείρημα Αντεπίθεση και η Γαλάζια Στρατιά δεν αποτελούν αυτόνομες και αυτόφωτες πολιτικές οντότητες αλλά ο ρόλος τους ουσιαστικά εξαντλείται στη διάδοση των ιδεών του κόμματος και στην ενίσχυση και πλαισίωση των δράσεών του στον δρόμο.
ΠΑΤΡΙ.Σ
Πατριωτική Συμμαχία (ΠΑΤΡΙ.Σ)
Το συγκεκριμένο μετωπικό σχήμα συγκροτήθηκε την επέτειο επιβολής της δικτατορίας (21 Απριλίου 2004) από πρώην μέλη του ΕΝΕΚ (Ιωάννης Σχοινάς), της ΕΠΕΝ (Σπύρος Ζουρνατζής) και της Χρυσής Αυγής (έχοντας αναστείλει προσωρινά τη λειτουργία της), με επικεφαλής τον Δημήτρη Ζαφειρόπουλο, εκδότη της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος. Πέραν του αυτονόητου συμβολισμού με την επιλογή της ημερομηνίας συγκρότησης της Πατριωτικής Συμμαχίας που παραπέμπει ευθέως στην «Επανάσταση» των συνταγματαρχών, στόχος του πολιτικού σχηματισμού ήταν η δημιουργία ενός διευρυμένου ανταγωνιστικού πόλου στο εσωτερικό του ακροδεξιού χώρου απέναντι στον νεοσύστατο ΛΑΟΣ. Ταυτόχρονα επιδίωκε την έκφραση ριζοσπαστικότερων θέσεων της ελληνικής ακροδεξιάς. Ωστόσο, η επιχειρούμενη ενότητα του φιλόδοξου αυτού εγχειρήματος αποδείχθηκε θνησιγενής, καθώς αντιμετώπισε τα διαχρονικά προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική μεταπολιτευτική ακροδεξιά (μικροηγεμονισμοί στελεχών, οργανωτική πολυδιάσπαση, ιδεολογικός κατακερματισμός) με αποτέλεσμα μετά από τρία χρόνια η Πατριωτική Συμμαχία να διαλυθεί. Στις μοναδικές εκλογές που συμμετείχε (ευρωεκλογές Ιουνίου 2004) σημείωσε ένα εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό (0,17%).
Δίκτυο 21
Κάπου μεταξύ αστικού μύθου και πραγματικότητας, το Δίκτυο 21 φέρεται να δημιουργείται στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και συγκεκριμένα το 1997 από περσόνες του ακροδεξιού χώρου που πρόκειται να πρωταγωνιστήσουν σε αυτόν τις επόμενες δεκαετίες έστω και αν αυτό συμβαίνει από διαφορετικά πόστα.
Ιδρυτικά του μέλη φέρεται να είναι ο Φαήλος Κρανιδιώτης, σύμβουλος του Αντώνη Σαμαρά και μετέπειτα ιδρυτής της Νέας Δεξιάς˙ ο Άγγελος Συρίγος, καθηγητής διεθνούς δικαίου και εξωτερικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, βουλευτής και υφυπουργός Παιδείας στην πρώτη κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας έπειτα από τις εκλογές του 2023˙ ο Σαράντος Καργάκος, εθνικιστής διανοούμενος και υπερασπιστής της παράδοσης και της ορθοδοξίας˙ ο Τάκης Μπαλτάκος, σύμβουλος επίσης Σαμαρά και πρόεδρος της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (ΕΠΟ) για τα έτη 2022-2024, γνωστός τόσο για την ηχογραφημένη συνομιλία του με τον Ηλία Κασιδιάρη το 2014 στην οποία του αποκαλύπτει την απόφαση της κυβέρνησης Σαμαρά να διώξει ποινικά τη Χρυσή Αυγή όσο και για τις συγκρουσιακές σχέσεις του με την ΠΑΕ Ολυμπιακός και τον Πρόεδρό της, Βαγγέλη Μαρινάκη αλλά και μέλος του Κ4Α, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου του Νίκου Μιχαλολιάκου που δεν έχει, ωστόσο, διασταυρωθεί και επιβεβαιωθεί από μαρτυρία άλλου μέλους της φασιστικής αυτής ομάδας ή από άλλη, ανεξάρτητη έρευνα˙ ο γνωστός δικηγόρος Αλέξανδρος Λυκουρέζος˙ ο Χριστόφορος Γιαλλουρίδης, Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο o οποίος επίσης το 2014 διορίστηκε από τη συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας-ΠΑΣΟΚ Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού που επόπτευε και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και το οποίο μέσα στο 2014 καταργήθηκε˙ ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, επίσης σύμβουλος του Σαμαρά και βουλευτής μέχρι και σήμερα της Νέας Δημοκρατίας˙ και μια σειρά άλλων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας ή εταιρειών οι οποίες σιτίζονται συστηματικά από το κόμμα αυτό στο πλαίσιο του ελληνικού κρατικοδίαιτου καπιταλισμού.
Η κεντρική στόχευση του Δικτύου 21 είναι η εθνικιστική και πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων και η επανεκπαίδευσή τους στο πνεύμα της Ορθοδοξίας. Είναι άγνωστο το πόσα ακριβώς χρόνια διήρκεσε η εν λόγω δικτύωση, παρ’ όλο που είναι γνωστό ότι προσπάθησε να επηρεάσει την πολιτική και ιδεολογική κατεύθυνση της Νέας Δημοκρατίας τουλάχιστον μέχρι το 2010 επί προεδρίας Σαμαρά. Άγνωστο είναι και ποιοι ήταν εν τέλει οι λόγοι της διάλυσής του. Ασφαλώς η μεγαλύτερη συνεισφορά του είναι ότι αποτελεί την πρώτη οργάνωση που θέτει αυτή την ατζέντα δημόσια στον απόηχο της πτώσης της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη από τον Σαμαρά με αιτία και αφορμή το ζήτημα της ονομασίας του κράτους της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας αλλά και το πλήθος των ακροδεξιών μελών του τα οποία ακόμα και σήμερα πρωταγωνιστούν στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Δεκαετία 2010
Νέα Δεξιά
Το 2016 ο Φαήλος Κρανιδιώτης, στενός συνεργάτης του Αντώνη Σαμαρά, διαγράφεται από τη Νέα Δημοκρατία με εντολή του Κυριάκου Μητσοτάκη, όταν υποστηρίζει δημόσια ότι ο Αναπληρωτής Υπουργός Μετανάστευσης του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Μουζάλας θα έπρεπε να εκτελεστεί στο Γουδί επειδή προτείνει να μετονομαστεί το κράτος της Βόρειας Μακεδονίας (εκείνη την εποχή αναφερόταν στην Ελλάδα ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας—ΠΓΔΜ—και σε όλο τον υπόλοιπο πλανήτη ως Μακεδονία) σε Μακεδονία. Μετά από τη διαγραφή του, ο Κρανιδιώτης ανακοινώνει την ίδρυση του δικού του, προσωποπαγούς κόμματος της Νέας Δεξιάς.
Η Νέα Δεξιά εμπνέεται από τις ιδέες και τις πρακτικές της αγγλικής και κυρίως της αμερικανικής νέας και alternative δεξιάς (Alt-right), ενώ έχει συντελέσει σε βαθμό σημαντικότερο από αυτόν που θα αναλογούσε στην εκλογική της επιρροή στην κανονικοποίηση και αποδοχή της ρητορικής της λευκής ανωτερότητας, του ρατσισμού, της Ισλαμοφοβίας και γενικότερα της Alt-right αισθητικής στην πολιτική. Μιλά εναντίον της απειλής της πολυπολιτισμικότητας και της ηγεμονίας του πολιτισμικού μαρξισμού, εναντίον της Αριστεράς και του κομμουνισμού, της μετανάστευσης και της Τουρκίας την οποία θεωρεί ως τον προαιώνιο και άσπονδο εχθρό της Ελλάδας, των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ και των τσιγγάνων, της πολιτικής ορθότητας και του φεμινισμού—ο Κρανιδιώτης είναι από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, που εισάγει τον όρο φεμιναζί στην Ελλάδα. Προωθεί την ατζέντα του νόμου και της τάξης, υπερασπίζεται τα σώματα ασφαλείας, την παραδοσιακή οικογένεια και, φυσικά, την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία.
Το κόμμα αυτό έχει συμμετάσχει σε εθνικές εκλογές και εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε αυτόνομα είτε σε συνεργασία με τη Δημιουργία Ξανά του Θάνου Τζήμερου, όπως συνέβη στις εθνικές εκλογές του Μαΐου 2023, αλλά χωρίς να σημειώσει αξιόλογα ποσοστά. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις εκλογές του Ιουνίου 2023 ο Κρανιδιώτης δηλώνει δημόσια την υποστήριξή του στη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στα τέλη της δεκαετίας του 2010 η Νέα Δεξιά ήταν μέλος της ομάδας της Ταυτότητας και της Δημοκρατίας (The Identity and Democracy Group), της ομάδας των ακροδεξιών κομμάτων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρ’ όλο που δεν είχε εκλεγμένο ευρωβουλευτή.
Δικηγόρος, δεινός ρήτορας και αθυρόστομος, ο Κρανιδιώτης δεν φαίνεται προς το παρόν να καταφέρνει να έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις στον χώρο της ακροδεξιάς. Ωστόσο, δεδομένης της ρευστότητας και της κινητικότητας του χώρου αλλά και της δικής του προσωπικής ικανότητας να διαβάζει τις εξελίξεις και να προσαρμόζεται, το να διαδραματίσει έναν πιο πρωταγωνιστικό ρόλο στο μέλλον στις εξελίξεις της δεξιάς πολυκατοικίας δεν θα ήταν έκπληξη.
Ελληνική Λύση
Αντίθετα από τους Μάκη Βορίδη, Άδωνη Γεωργιάδη και Θάνο Πλεύρη που βρίσκουν καταφύγιο στη Νέα Δημοκρατία, ο Κυριάκος Βελόπουλος επιλέγει να ακολουθήσει μια διαφορετική πορεία και ιδρύει το κόμμα της Ελληνικής Λύσης. Η Ελληνική Λύση εξασφαλίζει για πρώτη φορά κοινοβουλευτική παρουσία με τις εκλογές του Ιουλίου 2019, ενώ ανανεώνει την παρουσία της αυτή στις εκλογές του Ιουνίου 2023 έστω και με μειωμένο ποσοστό εν συγκρίσει με εκείνο του 2019. Αυτό θεωρείται μια μικρή επιτυχία για τον Βελόπουλο, γιατί το πετυχαίνει παρ’ όλο τον υπόγειο πόλεμο που δέχεται από τη Νέα Δημοκρατία και την αμφιλεγόμενη στάση υποψήφιων βουλευτών της Ελληνικής Λύσης αλλά και τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία τόσο των Σπαρτιατών όσο και της Νίκης.
Πρόκειται για ένα κόμμα με αντιμεταναστευτική και ισλαμοφοβική ρητορική, ρωσόφιλο και από τους βασικούς εκφραστές της αντι-εμβολιαστικής στάσης για την αντιμετώπιση της πανδημίας της COVID-19. Κόμμα χτισμένο γύρω από το πρόσωπο του Βελόπουλου, υπερασπίζεται την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, το έθνος έναντι της πολυπολιτισμικότητας και την ελεύθερη οικονομία στην υπηρεσία του έθνους ως μια εγχώρια εκδοχή αυτού που έχει ονομαστεί οικονομικός εθνικισμός. Πρόκειται για μια εκδοχή δηλαδή της ελεύθερης οικονομίας η οποία όμως λειτουργεί υπό την εποπτεία του κράτους έτσι ώστε να προωθούνται οικονομικές δραστηριότητες οι οποίες ευνοούν και προστατεύουν την οικονομία και την παραγωγή του εθνικού κράτους έναντι της επιρροής της οικονομίας της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού.
ΑΜΕ / Combat 18 Hellas / Απέλλα
Ανένταχτοι Μαιάνδριοι Εθνικιστές (ΑΜΕ) / Combat 18 Hellas / Απέλλα
Ομάδες με ανοικτά ναζιστική ιδεολογία, κατά το πρότυπο της Χρυσής Αυγής, οι οποίες βρίσκονται πίσω από μια σειρά επιθέσεων είτε εναντίον χώρων του ανταγωνιστικού κινήματος είτε μεταναστ(ρι)ών και τσιγγάνων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα βασισμένα σε πληροφορίες της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, οι ομάδες αυτές ή/και μέλη τους βρίσκονται πίσω από τις επιθέσεις στην κατάληψη Στρούγκα της Νέας Φιλαδέλφειας, στον χώρο Φαβέλα στον Πειραιά και τη δικηγόρο της οικογένειας του Παύλου Φύσσα Ελευθερίας Τομπατζόγλου, στην κατάληψη Σινιάλο στο Αιγάλεω, στο στέκι των Άνω-Κάτω Πατησίων και στο αντιφασιστικό στέκι Δίστομο στον Άγιο Παντελεήμονα.
Σε συνεργασία και επικοινωνία με τη Χρυσή Αυγή, οι ομάδες αυτές στις διάφορες εκδοχές και συνθέσεις τους προσπαθούν να καλύψουν το κενό στη δράση στον δρόμο που προκύπτει έπειτα από τη δικαστική εκκαθάριση της Χρυσής Αυγής. Οργανώνουν ή συμμετέχουν στα συλλαλητήρια εναντίον της αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου και της Συμφωνίας των Πρεσπών αλλά η δράση τους οδηγείται στο τέλος της, όταν μέλη τους συλλαμβάνονται τον Μάρτιο 2018.
Οι Ανένταχτοι Μαιάνδριοι Εθνικιστές εμπνέονται το όνομά τους σαφώς από το γνωστό ναζιστικό σύμβολο, τον μαίανδρο. Οι Combat 18 Hellas με το όνομά τους υποδηλώνουν τόσο την αναφορά τους στη βρετανική ναζιστική οργάνωση με το ίδιο όνομα όσο και στον ίδιο τον Χίτλερ, καθώς το 18 προκύπτει από τη θέση που κατέχουν τα αρχικά του ονόματός του στο γερμανικό αλφάβητο. Τέλος, οι Απέλλα αναφέρονται ευθέως στην αρχαία Σπάρτη, γνωστή πηγή έμπνευσης της εγχώριας και διεθνούς ακροδεξιάς και Alt-right λόγω της στρατιωτικής της πειθαρχίας και της γενικότερης αυστηρής οργάνωσης της κοινωνίας της.
ΑΝΕΛΛ
Ανεξάρτητοι Έλληνες (ΑΝΕΛΛ)
Η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν προκαλεί εξελίξεις μόνο στην κυβέρνηση αλλά και στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Ο Πάνος Καμμένος και μια σειρά άλλοι,-ες βουλευτές αρνούνται να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Παπαδήμου και διαγράφονται από τον Αντώνη Σαμαρά. Ο Καμμένος ανακοινώνει λίγο μετά το νέο του κόμμα, τους Ανεξάρτητους Έλληνες (ΑΝΕΛΛ).
Πρόκειται για ένα ιδιόμορφο, πατριωτικό κόμμα με αναφορές σε θεωρίες συνωμοσίας. Το κόμμα συγκεντρώνει περισσότερη δημοσιότητα, όταν ανακοινώνεται η συγκρότηση κυβέρνησης μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ έπειτα από τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015. Τα δύο κόμματα πορεύονται σχετικά αρμονικά μέχρι και το 2018, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ φέρνει προς κύρωση τη Συμφωνία των Πρεσπών και ο Καμμένος ανακοινώνει ότι δεν την ψηφίζει. Ωστόσο, ένας αριθμός βουλευτών του κόμματος στηρίζει τη Συμφωνία αλλά και την κυβέρνηση προσχωρώντας στον ΣΥΡΙΖΑ με αποτέλεσμα το κόμμα να χάσει την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση και ουσιαστικά να διαλυθεί.
Οι ΑΝΕΛΛ σε γενικές γραμμές ασπάζονται τη βασική ρητορική και ιδεολογία των κομμάτων του ακροδεξιού χώρου με μία σημαντική, ωστόσο, διαφοροποίηση: Κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης το 2015-2016 δεν ανέπτυξε αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική ρητορική αλλά, αντίθετα, στήριξε τη διαχείριση του προσφυγικού από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Δεκαετία 2020
Εθνικό κόμμα Έλληνες
Εθνικό κόμμα Έλληνες (πρώην Έλληνες για την Πατρίδα)
Τον Μάιο 2020 ο Ηλίας Κασιδιάρης ανακοινώνει την αποχώρησή του από τη Χρυσή Αυγή και την ίδρυση του δικού του κομματικού σχηματισμού έπειτα από τη διαφωνία του με τον ισόβιο αρχηγό της Χρυσής Αυγής Νίκο Μιχαλολιάκο σχετικά με την ιδεολογική και πολιτική πορεία του κόμματος. Αρχικά ονομάζει το κόμμα αυτό Έλληνες για την Πατρίδα, ενώ αργότερα το μετονομάζει σε Εθνικό Κόμμα Έλληνες. Ο Κασιδιάρης διοικεί το κόμμα αυτό όντας έγκλειστος στις φυλακές από τον Οκτώβριο 2020 έπειτα από τη σχετική καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου για τη Χρυσή Αυγή, ωστόσο αναμένεται να αποφυλακιστεί τον Φεβρουάριο 2024.
Πρόκειται για ένα κόμμα με ανοικτά ρατσιστικό, αντιμεταναστευτικό και ισλαμοφοβικό χαρακτήρα του οποίου ο βασικός ιδεολογικός πυρήνας θα μπορούσε να συνοψιστεί στο κοινό σύνθημα όλων των κομμάτων και οργανώσεων του χώρου, δηλαδή στο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Παρ’ όλο που ο ίδιος ο Κασιδιάρης προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από το ναζιστικό παρελθόν του, τόσο ο λόγος του ίδιου όσο και του νέου του κόμματος δύσκολα πείθουν ότι αυτό ισχύει.
Το κόμμα προς το παρόν δεν έχει κοινοβουλευτική παρουσία έπειτα από μια σειρά τροπολογιών του εκλογικού νόμου από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας οι οποίες στόχευαν στον αποκλεισμό του από τις εθνικές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου 2023 αλλά ο Κασιδιάρης έχει εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων με την αντίστοιχη εκδοχή του κόμματός του Ελεύθεροι Αθηναίοι. Ωστόσο, ο Κασιδιάρης φαίνεται αυτή τη στιγμή να είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του χώρου με δεδομένο ότι, με ένα μόνο tweet του με το οποίο δήλωνε την υποστήριξή του στο κόμμα των Σπαρτιατών, το κόμμα αυτό βρέθηκε στη βουλή στις εκλογές του Ιουνίου 2023.
Σπαρτιάτες
Πρόκειται για το κόμμα το οποίο βρίσκεται στη βουλή αντί του κόμματος του Ηλία Κασιδιάρη. Χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πολιτικό στίγμα, πρόκειται πιθανότατα για ένα θνησιγενές σχήμα το οποίο θα εξαφανιστεί στις επόμενες εκλογές, όταν ο Κασιδιάρης είναι πιθανό να μπορεί να είναι υποψήφιος. Ιδεολογικά κινείται εντός του γνωστού πλαισίου «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», ενώ δεν έχει ούτε ακτιβιστική δράση ούτε κάποια άλλη αξιοσημείωτη δράση.
ΕΛΑΣΥΝ
Εθνική Ελληνική Συνείδηση (ΕΛΑΣΥΝ)
Πρόκειται για το κόμμα που ίδρυσε ο Γιάννης Λαγός τον Νοέμβριο 2019 όταν, όντας εκλεγμένος ευρωβουλευτής με τη Χρυσή Αυγή, αποχώρησε από το κόμμα λίγους μήνες έπειτα από την εκλογή του. Δεν έχει καμία παρουσία ούτε κάποια ιδεολογική αναφορά που να ξεφεύγει από το γνωστό πλαίσιο του ακροδεξιού χώρου. Το μόνο ενδιαφέρον σχετικά με την ΕΛΑΣΥΝ είναι το τι θα πράξει ο Λαγός έπειτα από τις επικείμενες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο 2024 αλλά και την αποφυλάκισή του. Προς το παρόν το κόμμα έχει αναστείλει τη λειτουργία του (από τον Φεβρουάριο 2023) καταγγέλλοντας την «εκτροπή από τη συνταγματική νομιμότητα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη» αλλά εάν πρόκειται για πραγματική αναστολή ή εάν πρόκειται για κίνηση τακτικής έως την αποφυλάκιση του Λαγού ή για άλλους λόγους που αφορούν τις διεργασίες στο εσωτερικό της ελληνικής ακροδεξιάς μένει να φανεί.
ProPatria / Athens Autonomous
Πρόκειται για ομάδες με διακριτή ιδεολογική ταυτότητα και παρουσία και με έντονη ακτιβιστική δράση ειδικά στην Αθήνα. Οι ίδιες αυτοπροσδιορίζονται η μεν Propatria ως αθλητικός θεσμός ή κοινότητα (αρνούμενη τον χαρακτηρισμό της πολιτικής οργάνωσης), οι δε Athens Autonomous ως κοινότητα, ενώ έχουν και έντονη διαδικτυακή παρουσία με λογαριασμό στο Twitter, σελίδα στο blogspot και κανάλι στο youtube.
Ανοικτά εθνικιστικές και μιλιταριστικές ομάδες, η ιδεολογία τους κινείται από τον αντικομμουνισμό και την αντι-αναρχία μέχρι τη θεωρία αντικατάστασης και τον αντι-τουρκισμό, ενώ υπερασπίζονται την Ορθοδοξία και τον Χριστιανισμό την ίδια στιγμή που χρησιμοποιούν και παγανιστικά στοιχεία—για παράδειγμα, το χειμερινό ηλιοστάσιο και γενικότερα τους συμβολισμούς των ισημεριών—και προωθούν την επιστροφή στη φύση και την καλλιέργεια μιας πιο στενής σχέσης με τη φύση αλλά και με τις λεγόμενες αθλητικές δραστηριότητες. Πρόκειται για ομάδες με ιδιαίτερη επιρροή στις νεαρές ηλικίες και στις δράσεις στον δρόμο δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν βία, ενώ δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη δικτύωση, επικοινωνία και από κοινού δράση με όμορες ομάδες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι ProPatria και Athens Autonomous είναι επιπλέον από τις εθνικιστικές εκείνες ομάδες που προωθούν την ιδέα της ενιαίας Δύσης που πρέπει να υπερασπιστεί την ύπαρξή της έναντι των απειλών από το Ισλάμ και από την πολυπολιτισμικότητα που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση και από την υποτιθέμενη γενοκτονία την οποία υφίστανται η φυλή της Δύσης. Η θεωρία δηλαδή της αντικατάστασης των πληθυσμών είναι από τις βασικές τους αναφορές και τη διευρύνουν ώστε να περιλαμβάνει όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς και όχι μόνο τον ορθόδοξο πληθυσμό. Δεν διαφοροποιούνται γενικά στις ιδεολογικές τους αναφορές από τις άλλες ομάδες και κόμματα του ακροδεξιού χώρου αλλά εμφανίζουν την καινοτομία να δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπεράσπιση της φύσης και στην αποκατάσταση της επαφής του σύγχρονου ανθρώπου με αυτή.
Η ProPatria έγινε ευρύτερα γνωστή την εποχή των διαδηλώσεων εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών και ειδικά από τον εμπρησμό της κατάληψης Libertatia στη Θεσσαλονίκη από τον Κύκλο Ιδεάπολις, την αντίστοιχη ομάδα της ProPatria στην πόλη, αλλά και από τη συμμετοχή της στις επιθέσεις στα σχολεία της Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης. Οι Athens Autonomous είναι πλέον γνωστοί για τη δράση τους στον δρόμο, την αναγραφή συνθημάτων αλλά και τη διαγραφή συνθημάτων του αναρχικού χώρου και μια σειρά άλλων παρεμβάσεων στην πόλη. Αμφότερες οι ομάδες έχουν γίνει γνωστές για την ενεργό συμμετοχή τους στις εκδηλώσεις μνήμης στο Νέο Ηράκλειο για τη δολοφονία των Γιώργου Φουντούλη και Μανώλη Καπελώνη και για τις βίαιες επιθέσεις εναντίον αντιφασιστ(ρι)ών τις ημέρες αυτών των εκδηλώσεων. Στην παρούσα φάση αποτελούν την αιχμή του δόρατος του ακροδεξιού χώρους ως προς τη χρήση της βίας και την παρουσία στον δρόμο.
ΝIKH
Δημοκρατικό Πατριωτικό Κίνημα ΝIKH
Νεοπαγές κόμμα υπό τον πρώην δάσκαλο και θεολόγο Δημήτρη Νατσιό. Εμφανίζεται λίγο πριν από τις εθνικές εκλογές του 2023 και καταφέρνει να εισέλθει στη Βουλή προκαλώντας κυρίως με τις θέσεις του εναντίον της άμβλωσης και της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος και υπέρ ενός οριακά αναχρονιστικού και ασφαλώς οπισθοδρομικού και αντιδραστικού οράματος σχετικά με τη θέση της θρησκείας στη σύγχρονη κοινωνία. Παραμένει άγνωστο το πώς είναι δυνατό για ένα προηγουμένως ανύπαρκτο κόμμα να χρηματοδοτήσει μια αρκετά κοστοβόρα προεκλογική εκστρατεία με τηλεοπτική και διαδικτυακή διαφήμιση αλλά και το πώς συνεχίζει να χρηματοδοτεί καμπάνιες σε ΜΜΕ για θέματα που άπτονται του ιδεολογικού του πυρήνα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τις καταχωρήσεις της για το θέμα των ψηφιακών ταυτοτήτων.
Από τη μέχρι τώρα κοινοβουλευτική της παρουσία, η μεγαλύτερή της επιτυχία είναι η επίθεσή της στο έργο της εικαστικού Γεωργίας Λαλέ με τη ροζ σημαία στο ελληνικό προξενείο της Νέας Υόρκης για τη βία κατά των γυναικών και το ότι ανάγκασε την κυβέρνηση να ζητήσει από τον πρόξενο να αφαιρέσει το έργο αυτό από το προξενείο.
Πρεσβεύει ένα σύστημα αξιών που ορίζονται από τη χριστιανική πίστη, προωθεί την επιστροφή στην πολύτεκνη οικογένεια και τη θεωρία του αγέννητου παιδιού, τον έμμεσο δηλαδή τρόπο αμφισβήτησης και υπονόμευσης της πρόσβασης των γυναικών σε ασφαλή άμβλωση, συμμερίζεται τη θεωρία περί αντικατάστασης των πληθυσμών και χρησιμοποιεί το γνωστό εδώ και έναν αιώνα σχήμα περί παρακμής των δυτικών εθνών και κοινωνιών, ενώ τέλος πρωτοστατεί στον αγώνα εναντίον των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων.
ΕΟΜ
Εθνική Ομάδα Μιμιδίων (ΕΟΜ)
Διαδικτυακή αποκλειστικά ομάδα με παρουσία κυρίως στο Twitter και στο youtube, η φίλα προσκείμενη στον Ηλία Κασιδιάρη ΕΟΜ ουσιαστικά προπαγανδίζει τις ιδέες του ακροδεξιού και φασιστικού χώρου χρησιμοποιώντας τα κοινωνικά δίκτυα και μιμούμενη την αισθητική της αμερικανικής κυρίως Alt-right δίνοντας, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερη σημασία στη χρήση της ειρωνείας ως ρητορικού σχήματος στην έκφραση των ιδεών της.
Παρατηρητήριο Διαφημίσεων
Διαδικτυακή ομάδα που δημιουργείται στο μεταίχμιο της δεύτερης με την τρίτη δεκαετία του τρέχοντος αιώνα. Η στόχευσή της με βάση τα δικά της λόγια είναι η εξής: «Διαφημίσεις που προσβάλλουν, χυδαιολογούν και διαστρεβλώνουν τη φύση της λογικής θα ξεμπροστιάζονται χωρίς δεύτερη σκέψη». Πρόκειται δηλαδή για ομάδα που επιδιώκει να ασκεί κριτική—ή, ορθότερα, πολεμική—στις διαφημίσεις που δεν συμμορφώνονται με τα πρότυπα της παράδοσης και απηχούν μια πιο προοδευτική ατζέντα.
Η διαδικτυακή αυτή ομάδα ουσιαστικά παρακολουθεί τις διαφημίσεις, κυρίως ελληνικές αλλά όχι μόνο, και στηλιτεύει αυτές που η ομάδα αυτή δεν θεωρεί σωστές και λογικές. Τα κριτήριά της για αυτό διαμορφώνονται από τις ιδέες της λευκής ανωτερότητας και του ρατσισμού, της εναντίωσης στην πολιτική ορθότητα, της απειλής που προέρχεται από την πολυπολιτισμικότητα και τη θεωρία της αντικατάστασης των πληθυσμών, της υπονόμευσης της παραδοσιακής μορφής της οικογένειας από άλλες, σύγχρονες εκδοχές της και της απειλής από τις αλλαγές στους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων και των έμφυλων σχέσεων.
Όπως όλες οι ομάδες και τα κόμματα που σχηματίστηκαν από το 2015 και έπειτα, έτσι και το Παρατηρητήριο Διαφημίσεων εμπνέεται από και εφαρμόζει στην πράξη την αισθητική της αμερικανικής Alt-right, ενώ είναι από τις ομάδες που στέκεται κριτικά έναντι της mainstream Δεξιάς, δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας στην ελληνική περίπτωση, θεωρώντας ότι εφαρμόζει μια ατζέντα πολιτικής ορθότητας και εν γένει τη λεγόμενη woke ατζέντα (ατζέντα της αφύπνισης).
Right to the bone
Right to the bone / Δίκτυο Ελλήνων Συντηρητικών
Πρόκειται για μία ακόμη ομάδα με αποκλειστικά διαδικτυακή παρουσία και δράση (Twitter, Facebook και youtube) η οποία είναι αυτό ακριβώς που λέει το όνομά της, δηλαδή ένα δίκτυο Ελλήνων συντηρητικών που ασκεί κριτική από συντηρητική σκοπιά και προωθεί τον συντηρητικό τρόπο σκέψης. Το Right to the bone είναι ένα λογοπαίγνιο που στα ελληνικά θα μπορούσε να μεταφράζεται τόσο ως «δεξιοί μέχρι το κόκκαλο» όσο και «σωστοί μέχρι το κόκκαλο» υπονοώντας ότι ο μοναδικός σωστός τρόπος σκέψης είναι ο δεξιός.
Η δικτύωση αυτή καταπιάνεται με το σύνολο σχεδόν των ζητημάτων της επικαιρότητας αναλύοντάς τα από τη σκοπιά του συντηρητισμού και, παράλληλα, προσπαθεί να παράγει θεωρία για τον συντηρητισμό, λειτουργεί δηλαδή ως ένα είδος think tank για τον ελληνικό συντηρητισμό. Έχει εμφανείς επιρροές από την αμερικανική Δεξιά και τον αμερικανικό συντηρητισμό, ενώ ασκεί πολεμική στις ιδέες που θεωρεί ότι υπονομεύουν τα θεμέλια της κοινωνίας, όπως η woke ατζέντα, η πολιτική ορθότητα, η σεξουαλική απελευθέρωση και, ασφαλώς, ο φεμινισμός, αλλά και σε θεωρίες όπως αυτή της μεγάλης επανεκκίνησης που εν ολίγοις προσεγγίζει ως μια ακόμη θεωρία συνωμοσίας.
Δεν διαφοροποιείται στις ιδέες της από το σύνολο της ακροδεξιάς—ελληνικής και παγκόσμιας—με αναφορές στη λευκή υπεροχή, την εναντίωση στην πολυπολιτισμικότητα και την αναγκαιότητα υπεράσπισης του έθνους ή τις αναφορές στα συστημικά κόμματα και στα συστημικά ΜΜΕ. Η ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα παράμετρος αυτής της δικτύωσης είναι ότι φιλοξενεί εκπροσώπους από το σύνολο του συντηρητικού, πατριωτικού και ακροδεξιού χώρου χωρίς εξαιρέσεις σε μια προφανή προσπάθεια να εργαστεί προς την κατεύθυνση ενοποίησής τους ή, τουλάχιστον, συνεργασίας τους και δημιουργίας ενός μετωπικού σχήματος σε αυτόν τον χώρο στην Ελλάδα.
ΠΑΤΡΙΔΑ / Φωνή Λογικής / Πατριωτική Ένωση
Η Αφροδίτη Λατινοπούλου, πολιτευόμενη με τη Νέα Δημοκρατία στη Θεσσαλονίκη, διαγράφεται από το κόμμα το καλοκαίρι του 2022 έπειτα από ένα χονδροφοβικό σχόλιό της εναντίον της παρουσιάστριας της πρωινής ψυχαγωγικής εκπομπής του MEGA Δανάης Μπάρκα. Ακολούθως και εν όψει των εθνικών εκλογών του 2023 ιδρύει το κόμμα ΠΑΤΡΙΔΑ το οποίο αργότερα μετονομάζεται σε Φωνή Λογικής και με αυτό το όνομα συμμετέχει στις εκλογές του Ιουνίου.
Ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος, δημοσιογράφος και πρώην παρουσιαστής εκπομπής στον τηλεοπτικό ΣΚΑΙ, εκλέγεται βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία στις εθνικές εκλογές του Ιουλίου 2019. Διαγράφεται από το κόμμα, αλλά διατηρεί την έδρα του, τον Οκτώβριο 2021 έπειτα από ένα αντικομμουνιστικό σχόλιό του στη Βουλή. Αρχικά ιδρύει τον Απρίλιο του επόμενου έτους το κόμμα Εθνική Συμφωνία και συμπράττει με τους Φαήλο Κρανιδιώτη-Θάνο Τζήμερο στην Εθνική Δημιουργία αλλά γρήγορα έρχεται σε ρήξη μαζί τους. Μετονομάζει το κόμμα του σε Πατριωτική Δύναμη Αλλαγής (ΠΑΤΡΙΔΑ) και ορίζει αντιπρόεδρο τη Λατινοπούλου. Λατινοπούλου και Μπογδάνος έρχονται σε ρήξη και συμμετέχουν στις εκλογές του Μαΐου 2023 με δύο διαφορετικά κόμματα τα οποία αποκλείονται και τα δύο από τον Άρειο Πάγο. Στις εκλογές του Ιουνίου 2023 η Λατινοπούλου συμμετέχει με το δικό της κόμμα και ο Μπογδάνος με την Πατριωτική Ένωση επικεφαλής της οποίας είναι ο Πρόδρομος Εμφιετζόγλου. Στον συνασπισμό αυτόν συμμετέχουν και μια σειρά άλλα ήσσονος σημασίας ακροδεξιά κόμματα (όπως οι Ελεύθεροι Ξανά του γνωστού γιατρού Φαίδωνα Βόβολη που πρωταγωνίστησε στις διαμαρτυρίες κατά του υποχρεωτικού εμβολιασμού για την COVID-19) αλλά ούτε η Πατριωτική Ένωση ούτε η Φωνή Λογικής καταφέρνουν να σημειώσουν αξιόλογα ποσοστά.
Δύο ιδιαίτερες περσόνες της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, τόσο η Λατινοπούλου όσο και ο Μπογδάνος έχουν γίνει γνωστή,-ός εξαιτίας των προκλητικών τους δηλώσεων για μια σειρά από ζητήματα (από το μεταναστευτικό μέχρι το γυναικείο) και μοιράζονται κοινές θέσεις και αντιλήψεις για πολλά θέματα. Και των δύο η ρητορική φέρει ισλαμοφοβικά και αντικομμουνιστικά στοιχεία, εναντιώνεται στην πολιτική ορθότητα, στον φεμινισμό και στη woke κουλτούρα και ατζέντα, ενώ και οι δύο χρησιμοποιούν την πρόκληση και την ειρωνεία στον λόγο τους ενσωματώνοντας αυτά τα χαρακτηριστικά από την Alt-right. Το μέλλον τους στην πολιτική είναι αβέβαιο, ήδη ο Μπογδάνος έχει επιστρέψει στη δημοσιογραφία ως αρθρογράφος του συντηρητικού ιστοτόπου των Βρυξελλών Brussels Signal, αλλά οι διαρκείς και απρόβλεπτες ανακατατάξεις στον χώρο της mainstream και άκρας δεξιάς καθιστούν οποιαδήποτε εκτίμηση επίφοβη.
ΕΟΝ
Ελληνική Ορθόδοξη Νεολαία (ΕΟΝ)
Νεοπαγής ομάδα (φαίνεται να συγκροτήθηκε τον Απρίλιο 2021) που δρα τόσο διαδικτυακά όσο και στους δρόμους και αυτοπροσδιορίζεται ως “Ανεξάρτητος Εθνικιστικός Σύλλογος Νέων για τον Χριστό και την Πατρίδα”, ενώ κεντρικό της σύνθημα είναι το «Πρώτοι στα Γράμματα- Πρώτοι στους Αγώνες», το σύνθημα δηλαδή της Αριστεράς προδικτατορικά.
Το ιδεολογικό της πλαίσιο σκιαγραφείται αρκετά πιστά από τον τρόπο που και η ίδια αυτοπροσδιορίζεται, δηλαδή είναι μια ομάδα που υπερασπίζεται την Ορθοδοξία, την πατρίδα, την παραδοσιακή οικογένεια και τον παραδοσιακό ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια και την κοινωνία, τον οικονομικό εθνικισμό, τη φυλή και το έθνος, ενώ αντιμάχεται την πολιτική ορθότητα, τον κοινοβουλευτισμό, τη νέα τάξη πραγμάτων, τους/τις μετανάστ(ρι)ες, τον δικαιωματισμό και τον φεμινισμό. Είναι μια ομάδα με ανοικτά ισλαμοφοβική, αντικομμουνιστική και αντιτουρκική ρητορική. Οργανώνει δράσεις εναντίον των αμβλώσεων και ενίσχυσης απόρων και πολύτεκνων οικογενειών με παροχή ειδών αλλά και παρεμβάσεις με αναγραφή συνθημάτων σε σχολεία και δρόμους.
Δραστηριοποιείται κυρίως στην Αττική (σε πολλές περιοχές της Αθήνας και των προαστίων και τον Πειραιά), όπως και στη Θεσσαλονίκη. Η θεματολογία, η ιδεολογία και η δράση της δεν παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες σε σχέση με αυτές των άλλων ομάδων του ακροδεξιού χώρου. Όμως, αφ’ ενός το γεγονός ότι αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από άτομα νεαρής ηλικίας και στοχεύει και δουλεύει με τη νεολαία και αφ’ ετέρου η δεσπόζουσα θέση του αντιφεμινισμού και η προώθηση του πατριαρχικού στερεοτύπου για τη θέση και τον ρόλο της γυναίκας στη δράση και τη ρητορική της καθιστούν την ΕΟΝ μια ενδιαφέρουσα περίπτωση ακροδεξιάς ομάδας.

