Scroll Top

H Ακροδεξιά στη γερμανική Αστυνομία

3

Oliver von Dobrowolski, επιθεωρητής στη γερμανική Αστυνομία (Βερολίνο), ιδρυτής και εκπρόσωπος της πρωτοβουλίας BetterPolice

Φωτογραφία: Oliver von Dobrowolski

1. Ιστορική ανασκόπηση

Η σύγχρονη ιστορία της δημοκρατικής Αστυνομίας στη Γερμανία αρχίζει με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη.

Μετά την ήττα των εθνικοσοσιαλιστών στον εξολοθρευτικό πόλεμο που είχαν προκαλέσεικαι την απελευθέρωση της χώρας από τον φασισμό από τις συμμαχικές δυνάμεις, η Γερμανία βρέθηκε μπροστά σε ένα ριζικό νέο ξεκίνημα. Στις ζώνες κατοχής, οι νέοι ηγέτες έπρεπε να φροντίσουν ώστε να λειτουργήσει πολύ γρήγορα μια νέα κρατική διοίκηση, πράγμα που απαιτούσε μια Αστυνομία αποτελεσματική, που θα λειτουργούσε σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους δικαίουκαι θααποτελούσε τον εμφανή βραχίονα της εκτελεστικής εξουσίας.

Αφότου οι πρώτες αστυνομικές μονάδες έδρασαν υποστηρικτικά στις συμμαχικές στρατιωτικές εκτελεστικές δυνάμεις, μετά την ίδρυση των δύο γερμανικών κρατών συγκροτήθηκαν αστυνομικές υπηρεσίες σε επίπεδο κρατιδίων και ομοσπονδίας. Η στελέχωση των αντίστοιχων μονάδων και υπηρεσιών παρουσίαζε τεράστια προβλήματα, γιατί μεγάλο μέρος του (ανδρικού) πληθυσμού που θα ήταν κατάλληλο να υπηρετήσει ήταν είτε ανάπηροι πολέμου είτε φυλακισμένοι. Επιπλέον, η πίεση για αποναζιστικοποίηση της γερμανικής κοινωνίας έθετε δύσκολες προκλήσεις στο σχέδιο για μια δημοκρατική μεταπολεμική Αστυνομία. Κατά τη διάρκεια του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, η Αστυνομία ήταν οργανικά ευθυγραμμισμένη με τα υπόλοιπα εγκληματικά και εξολοθρευτικάόργανα της ναζιστικής διοίκησης, ενώστον πόλεμο είχε πολλές φορές εμπλακεί ενεργάσε εθνοκαθάρσεις και κτηνώδη εγκλήματα πολέμουτόσο στις κατεχόμενες περιοχές όσο και στο μέτωπο.

Αυτή η νοοτροπία κατά τα χρόνια της ανασυγκρότησηςμετά τον πόλεμο αποτελούσε μεγάλο πρόβλημα, και άρα δεν είναι να απορεί κανείς που η αποναζιστικοποίηση του σώματος της Αστυνομίας υπήρξε μάλλον περιορισμένη. Ειδικά στις ηγετικές θέσεις της Αστυνομίας διατηρούσαν τον έλεγχο παλιοί ναζί, οι οποίοι μάλιστα ουδόλως είχαν μετακινηθείαπό τις παλιές τους πεποιθήσεις.

2. Αστυνομία για τους πολίτες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

Με το πέρασμα των δεκαετιών, η γερμανική Αστυνομία –τουλάχιστον στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας– εξελίχθηκε σε μια Αστυνομία για τους πολίτες, η οποία με την αυτοεικόνα της και τον κοινωνιοκεντρικό χαρακτήρα της ενσάρκωνε τον σταθερό και αξιόπιστο πυλώνα μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, οι προσλήψεις γυναικών και ατόμωνμε μεταναστευτικό παρελθόν συνέβαλαν ώστε η Αστυνομία να καθιερωθεί ως εγγυήτριατου κράτους δικαίου.

Ωστόσο, το επάγγελμα του αστυνομικού, όπως και του στρατιωτικού, προσελκύει συγκριτικά περισσότερα άτομα που σκέφτονται και ενεργούναυταρχικά, ενώαρέσκονται στις στολές και τα όπλα. Άρα η στάση τους είναι ανάλογη με τη στάση που έχουν οι οπαδοί ακροδεξιών, εθνικιστικών και αντιπλουραλιστικών ιδεών.

Στην καθημερινή πράξη της αστυνόμευσης, ειδικά για το προσωπικό που έχει περιπολίες και βραδινές βάρδιες και εκτελεί την υπηρεσία του στον δρόμο για τους πολίτες, τις περασμένες δύο δεκαετίες οι συνθήκες εργασίαςεπιδεινώθηκαν αισθητά λόγω διαφόρων ελλείψεων. Πρόκειταιαφενός για σημαντικές περικοπές και μειώσεις σε νέες προσλήψεις, οικονομικές παροχέςκαι εξοπλισμό. Αφετέρου, έχουν επικριθείεπίσης η συνεχής υποβάθμισητης εργασιακής συνθήκης –ποιοτικά και ποσοτικά–, καθώς και η προβαλλόμενηέλλειψη υποστήριξης από την πολιτική και τον κόσμο.Έτσι, με αφορμή επιθετικές τοποθετήσεις των αστυνομικών σωματείων και άλλων λόμπισε θέματα επικαιρότητας δημιουργήθηκε στο μυαλό πολλών αστυνομικών η υποκειμενική εικόνα ενός θεσμού δοκιμαζόμενου από την υπερεξάντληση του προσωπικού του και υποβαθμισμένου από τις οικονομικές περικοπές, που δεν είναι πια σε θέση να προστατεύει αποτελεσματικά τον πληθυσμό. Για παράδειγμα, στο θέμα της κλιματικής κρίσης, τα μεγαλύτερα αστυνομικά σωματεία απαξίωσαν ανοιχτά τη δράση διαφόρων ομάδων («LetzteGeneration», «FridaysForFuture» κ.ά.) και την εξίσωσαν με τρομοκρατικές δράσεις. Πόλωσαν έτσι συνειδητά τον δημόσιο διάλογο, πράγμα που οδήγησε και σε πολυάριθμες αθέμιτες επιθέσεις πολιτών ενάντια σε διαδηλωτές.

Ισχυροποίηση των ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων από το 2015

Οι προσφυγικές ροές προς την Ευρώπη, κυρίως από τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ, αλλά και από χώρες της Αφρικής, οδήγησαν σε ισχυροποίησητων ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων στη Γερμανία από το 2015. Κερδισμένο βγήκε κυρίως το κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» («AlternativefürDeutschland», στο εξής AfD), το οποίο πέτυχε διαδοχικά την είσοδό του σε όλα τα κρατιδιακά κοινοβούλια, αλλά και στην ομοσπονδιακή βουλή.

Από την αρχή κιόλας, το AfD επιδίωκε την εγγύτητα με μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, κι έτσι πολλοί αστυνομικοί συντάσσονταν με τα λαϊκιστικά και συχνά ακραία στοιχεία του προγράμματος του κόμματος αυτού, ενώδεν ήταν λίγα τα στελέχητης Αστυνομίας που περιλήφθηκαν στη συνέχεια στα ψηφοδέλτια του AfD. Το πρόγραμμα του AfD παρουσιάζει ομοιότητες και εν μέρει ταύτιση με τα αιτήματα των μεγάλων αστυνομικών σωματείων στη Γερμανία, πράγμα που συνέβαλε στο να γίνει εμφανής η εγγύτητα πολλών αστυνομικών με αυτή τη νέα και ανερχόμενη πολιτική δύναμη.

Η αποδεδειγμένη επαφή του κόμματος με οργανώσεις που έχουν εξτρεμιστικό λόγο και δράση, οι οποίες μέσα από τη νεοναζιστική ιδεολογία και από φαντασιώσεις ανατροπής αποσκοπούν στην κατάργηση του δημοκρατικού κράτους δικαίου, οδήγησε συνεπώς και τους αστυνομικούς που πρόσκεινται στο κόμμα να απομακρυνθούν από τον υπηρεσιακό όρκο που είχαν κάποτε δώσει ότι θα υπερασπίζονται με αυτοθυσία τη φιλελεύθερη δημοκρατική συνταγματική τάξη.Έτσι, όλο και συχνότερα έρχονταν στο φως υποθέσειςόπου γινόταν γνωστό πως αστυνομικοί ήταν μέλη σε συνομωσιολογικές οργανώσεις, Αυτοδιοικούμενους,1 παραστρατιωτικούς με φαντασιώσεις ανατροπής και εξτρεμιστικές ομάδες με ιδεολογίες μίσους. Υπάλληλοι της Αστυνομίας ήταν ενταγμένοι σεεξτρεμιστικές ομάδες αρνητών του ομοσπονδιακού κράτους και στη βάση αυτή κατασκευάζουν δικά τους έγγραφακαι θεσμούς, δεν αναγνωρίζουν τη γερμανική εκτελεστική εξουσία και τα δικαστήρια, στην πιο εξτρεμιστική τους μορφή, δε, δημιουργούν και εξοπλίζουν τρομοκρατικές ομάδες.

Ακόμη και σε περιπτώσεις αστυνομικών για τους οποίους δεν μπορούσε να αποδειχθεί (χωρίς καμία αμφιβολία) ότι ανήκουν σε τέτοιες οργανώσεις, πλήθαιναν οι περιπτώσεις όπου έβλεπαν το φως της δημοσιότητας συνομιλίες από chats σε ψηφιακές πλατφόρμες επικοινωνίας, όπου τα μέλη επιδίδονταν σε δηλώσεις θαυμασμού προς τον Αδόλφο Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς και εξέφραζαν σαφείς εξτρεμιστικές απόψεις χρησιμοποιώντας απαγορευμένα σύμβολα, εχθρικά προς το σύνταγμα, υποκινώντας έτσι σε βία – απόψεις που δεν μπορούν να είναι συμβατές με την υπηρεσία τους στο σώμα. Επίσης, όλο και συχνότερα εκφράζονταν δημοσίως απόψεις που έκαναν εντύπωσητόσο για το ακραίο μίσος τους, ειδικά προς τους πρόσφυγες και άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες, όσο και για τον ακραίομισογυνισμό τους, σε ένταση μάλιστα όμοια με αυτήν που παρατηρείται σε γνωστές ομάδες Incels.2

Όλα αυτά τα φαινόμενα –τα οποία στην πλειονότητά τους είδαν το φως της δημοσιότητας χάρη στις έρευνες και στα στοιχεία κάποιων μη κυβερνητικών οργανώσεων και ερευνητικών δημοσιογράφων, και όχι επειδή η ίδια Αστυνομία προσπάθησε να ρίξει φως– δημιούργησαν πίεση τόσο στις ηγεσίες των υπηρεσιών όσο και στους πολιτικούς ιθύνοντες, ώστε να δοθούν εξηγήσεις και να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Χρειάστηκε να ασκηθεί πίεση από τον κόσμο και να γίνει μια επιτυχημένη διαδικτυακή καμπάνια συλλογής υπογραφών, ώστε το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εσωτερικών να αρχίσει την έρευνα που θα κατέγραφε τις τυχόν ακραίες και εχθρικές προς το σύνταγμα πεποιθήσεις αστυνομικών υπαλλήλων. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν κριτικές φωνές, η έρευνα αυτή δεν ήταν σχεδιασμένη κατάλληλα ώστε να αποκαλύψει με αποτελεσματικό τρόπο τα κακώς κείμενα.

Το αποτέλεσμα ήταν σεκάποιες μεμονωμένες περιπτώσειςνα συσταθούν ειδικές υπηρεσίες έρευνας σεαστυνομικές διευθύνσεις, σε πιο σπάνιες περιπτώσεις να αποδοκιμαστούνστο κοινοβούλιο οι αντιδημοκρατικές τάσεις στην Αστυνομία, και μεμονωμένα πάλι να συσταθούνομάδες εργασίας, εξεταστικές επιτροπές και άλλα σχετικά όργανα για την πολιτική διαλεύκανση των υποθέσεων. Παρόλα αυτά, το αφήγημα που προβάλλουν τα αστυνομικά σωματεία και άλλοι λομπίστες,3 έως και οι ηγεσίες του Υπουργείου, δεν έχει αλλάξει αισθητά. Πρόκειται, λένε, για θλιβερές μεμονωμένες περιπτώσεις, από τις οποίες δεν προκύπτουν ενδείξεις για προβλήματα δομικού ρατσισμού (και ειδικά racialprofiling4) και ακροδεξιού εξτρεμισμού.

Ενάντια σε αυτό το αφήγημα εκφράζονται κυρίως ανεξάρτητες υπηρεσίες,5 οι οποίες καταπιάνονται κριτικά, επιχειρησιακά και ερευνητικά με ανάρμοστες συμπεριφορές των Αστυνομικών, αλλά και εναλλακτικοί επαγγελματικοί σύλλογοι και μεμονωμένα άτομα μέσα από την ίδια την Αστυνομία, που δρουν ως whistleblowers.

Επίσης, εθνικές (π.χ. η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία κατά των Διακρίσεων) και διεθνείς συμμαχίες και οργανώσεις (π.χ. η Διεθνής Αμνηστία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο ΟΗΕ) εξέφρασαν επανειλημμένατην ανησυχία τους για τις ελλιπείς προσπάθειες εκ μέρους του γερμανικού κράτους να διαλευκάνει επαρκώς και με αυτοκριτική διάθεση τις ανάρμοστες συμπεριφορές και τις εχθρικές προς το σύνταγμα τάσεις στους κόλπους της γερμανικής Αστυνομίας.

Προτάσεις επίλυσης

Ο εντοπισμός και η συστηματική απομάκρυνση επιβλαβών δομών μέσα στην Αστυνομία αρχίζει με την αναγνώριση και την παραδοχή ότι τα λάθη και οι σοβαρές παρεκτροπές είναι πιθανές ακόμη και σε έναν τόσο μεγάλο και σημαντικό θεσμό. Παρά τουψηλόεπίπεδο του κράτους δικαίου, είναι εντυπωσιακό πόσο σθεναρά αντιστέκονται οι υπηρεσίες οι ίδιες αλλά και οι ομάδες των λόμπι να αναγνωρίσουν τα αποδεδειγμένα προβλήματα.

Είναι πιεστική ανάγκη η Αστυνομία να αποκτήσει την αυτοκριτική ικανότητα και να εξελιχθεί σε έναν θεσμό προσανατολισμένο στην πρόληψη των σφαλμάτων, ο οποίος θα κατανοεί την ανάδειξητων κακώς κείμενωνόχι ως ψεγάδι, αλλά ως τον θεμελιώδη πυλώνα ενός οργανισμού αξιόπιστου, με προοδευτικές διαδικασίες, ανθεκτικούς υπαλλήλους και δυνατότητα εσωτερικής αυτοκάθαρσης.

Για να προληφθεί κάθε μορφή εχθρότητας, είναι απαραίτητες διάφορες μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και τηνεπιμόρφωσητων αστυνομικών, αλλά και στη διαδικασία επιλογής νέου δυναμικού, η οποία περιλαμβάνει και την αντίστοιχη προβολήτου επαγγέλματος:

  • Η προβολήτου επαγγέλματος του αστυνομικού, που ως τώρα στηρίζεται σε εντυπωσιακές εικόνες και βίντεο τα οποία παραπέμπουν σε χολυγουντιανέςταινίες δράσης ή αντικατοπτρίζουν μια στερεοτυπική, πλασματική εικόνα της Αστυνομίας, απευθύνεται συχνά σε μια ομάδα-στόχο που έχει στενές σχέσεις με τα ειδικά εφέ, τα όπλα και την αυταρχική συμπεριφορά, και μπορεί έτσι αργότερα να περιπέσει σε ανάρμοστες συμπεριφορές και σε ένταξη σε αντιδημοκρατικές ομάδες. Επίσης, μια τέτοια προβολήείναι άδικη απέναντι σε υποψήφιους και υποψήφιες που αργότερα, όταν ενταχθούνστην υπηρεσία καιη καθημερινή τους ρουτίνα αναλώνεται σε γραφειοκρατική εργασία, καταγραφή τροχαίων ατυχημάτων και παρόμοιες αρμοδιότητες, νιώθουν εξαπατημένοι και αντιδρούν ψυχολογικά στρέφοντας την πλάτη τους στην υπηρεσία, προβαίνοντας ουσιαστικά σε μια «εσωτερική παραίτηση», που επιφέρει και μεγάληαπογοήτευση.

Η προσέλκυση νέου δυναμικού, όλο και σημαντικότερη για τις αστυνομικές υπηρεσίες λόγω του μεγάλου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας και των αυξημένων απαιτήσεων των νέων ανθρώπων, πρέπει να επενδύει άφοβα σε διαφημιστικές καμπάνιες με φαντασία, που θα τονίζουν τον πολύπλευρο χαρακτήρα του επαγγέλματος του αστυνομικού, χωρίς να γεννούν ανυπόστατες προσδοκίες για την καθημερινότητα της δουλειάς. Για τους υποψήφιους και τις υποψήφιες αστυνομικούς πρέπει να είναι εξαρχής σαφές ότι το επάγγελμα του αστυνομικού ταυτίζεται μεένα πλουραλιστικό και δημοκρατικό κράτος που στηρίζεταιστην εμπιστοσύνη της κοινωνίας.

  • Στην εκπαίδευση νέων αστυνομικών πρέπει να δίνεται έμφασησε μοντέρνες επιστημονικές θεωρήσεις της Αστυνομίας, καθώς και σε εκπαιδευτικές προσεγγίσεις που ασχολούνται με την ιδιαίτερη θέση της Αστυνομίας στο κράτος και με τη γερμανική Ιστορία. Εξίσου σημαντική βαρύτητα πρέπει να έχει και η πολιτική αγωγή. Επίσης, πρέπει να διδάσκονται και να βελτιώνονται δεξιότητες απαραίτητες για τη λειτουργία μιας μοντέρνας Αστυνομίας. Πρέπει λοιπόν να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε επικοινωνιακές δεξιότητες και στη δυνατότητα κατανόησης της διαφορετικότητας, κυρίως μειονοτικών και περιθωριακών ομάδων και ατόμων· τέλος, η αντιρατσιστική εκπαίδευση οφείλει να αποτελεί στοιχειώδες κομμάτι του εκπαιδευτικού προγράμματος της Αστυνομίας.

  • Για την εμπέδωση των παραπάνω, αλλά και για να προληφθούν αντίρροπες εξελίξεις, πρέπει οι δεξιότητες που αναφέρθηκαν να αποτελέσουν υποχρεωτικό σκέλος της διαρκούς αστυνομικής επιμόρφωσης, δηλαδή της διά βίου μάθησης των αστυνομικών. Σε έναν μοντέρνο θεσμό είναι αδιανόητο να γίνονται πολλαπλέςεκπαιδεύσεις και εξετάσεις τον χρόνο για τη χρήση όπλων και γκλομπς ή για την ασφαλή οδήγηση, αλλά να μην προσφέρονται σεμινάρια για την κατευναστική λεκτική αντιμετώπιση διενέξεων με τους πολίτες, στο πλαίσιο της μη βίαιης επικοινωνίας.

  • Τα θύματα ανάρμοστης συμπεριφοράς, ρατσιστικής αντιμετώπισης ή και παράνομης αστυνομικής βίας πρέπει να τυγχάνουνμεγαλύτερης προστασίας. Ως κομμάτι της λογίζεται και η κρατική έννομη προστασία, η οποία μπορεί να ενισχυθεί εκ μέρους της γερμανικής Αστυνομίας με την πάγια υποχρέωση να φέρουν οι αστυνομικοί στη στολή τους τα ειδικά διακριτικά, δηλωτικά της ταυτότητάς τους. Ενώ σε άλλες χώρες του κόσμου είναι φυσικό οι αστυνομικοί να φέρουν το όνομα και τον υπηρεσιακό τους αριθμό, στη Γερμανία αυτό το μέτρο δεν εφαρμόζεται, κυρίως λόγω της αντίστασης που προβάλλει το αστυνομικό λόμπι, πράγμα που δικαίως έχει επισύρει προειδοποιήσεις από διεθνείς οργανισμούς.

  • Οι κάμερες σώματος (bodycams) μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη ανάρμοστων συμπεριφορών και ρατσισμού εκ μέρους των αστυνομικών. Εδώ είναι σημαντικό να μην χρησιμοποιείται αυτό το μέσον μονόπλευρα για να προλαμβάνεται η βία κατά των αστυνομικών εν είδει μηχανισμού εκφοβισμού, αλλά οι καταγραφές να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και από τις δύο πλευρές, δηλαδή και από τους αστυνομικούς και από τους παθόντες. Πρέπει οι παθόντες να έχουν πρόσβαση στις καταγραφές, ώστε να μπορούν να αποδεικνύουν παράτυπες συμπεριφορές των αστυνομικών οργάνων. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να μειωθούν αισθητά ανάρμοστες συμπεριφορές που εδράζονται σε ακροδεξιές πεποιθήσεις, ειδικά η ακατάλληλη προσφώνηση και το racialprofiling.

  • Πρέπει να επιτρέπεται στους πολίτες να καταγράφουν τις επιχειρήσεις της Αστυνομίας, χρησιμοποιώντας τον πολύ διαδεδομένο τρόπο της βιντεοσκόπησης με έξυπνες συσκευές (smartphones). Η παρούσα συνθήκη, που είναι νομικά ασαφής, ευνοεί μόνο τα αστυνομικά όργανα που θέλουν να αποκρύψουν παράνομες δικές τους συμπεριφορές παρεμποδίζοντας τη χρήση αυτών των αποδεικτικών μέσων. Όποιος εργάζεται σωστά και σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους δικαίου δεν πρέπει να φοβάται τον εξωτερικό έλεγχο.

  • Μέσα στην ίδια την Αστυνομία πρέπει να εγκαθιδρυθεί η αρχή της παρατήρησης, η οποία θα αντικαταστήσει το υπάρχον συντεχνιακό πνεύμα αλληλοκάλυψης, το οποίο ευνοεί την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά και την ατιμωρησία μεταξύ των συναδέλφων. Πρέπει να ενισχυθεί ένας τρόπος αντιμετώπισης τίμιος, βασισμένος στις αξίες του επαγγελματικού όρκου· επίσης, συνάδελφοι που επισημαίνουν παραπτώματα και κατάχρηση εξουσίας πρέπει να αναδεικνύονται ως θετικά πρότυπα. Αντιθέτως, οι ένστολες και ένστολοι δράστες πρέπει να υφίστανται τις αντίστοιχες ποινικές και πειθαρχικές συνέπειες, οι οποίες για βαρύνουσες παραβάσεις των υπηρεσιακών καθηκόντων, ειδικά σε περίπτωση σύνδεσης με ακροδεξιές ιδεολογίες, οφείλουν να φτάνουν έως και την απομάκρυνση από την υπηρεσία. Στο πλαίσιο αυτό, τα ιεραρχικά ανώτερα στελέχη καλούνται να αναλάβουν προεξάρχοντα ρόλο ως πρότυπα για τα υφιστάμενα όργανα, και είναι καθήκον τους να στέκονται στο ύψος του αξιώματός τους, δρώντας με συνέπεια και διαφάνεια.

Πολιτικές συστάσεις

Η βούληση για στήριξη της Αστυνομίας αποτελεί ενωτικό στοιχείο για όλες σχεδόν τις δημοκρατικές δυνάμεις σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αντίθετα, η ανοιχτή αντιπαράθεση με την εκτελεστική εξουσία, αλλά και τα αιτήματα για κατάργηση της Αστυνομίας, το μόνο που κάνουν είναι να απονομιμοποιούνως πολιτικά υποκείμενα όσους τα προωθούν.

Η αλληλεγγύη με τις δυνάμεις ασφαλείας είναι σημαντική, γιατί σημαντική είναι και η συμβολή τους στην καλή λειτουργία του κράτους. Ωστόσο, η αλληλεγγύη αυτή δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε υποβάθμιση ή αδιαφορία της για τη δικαιολογημένηάσκηση κριτικής κατά των παρεκτροπών, γιατί για τη σωστή λειτουργία του πολιτεύματος, ειδικά η Αστυνομία πρέπει ναείναι φορέας της μέγιστης δυνατής ευνομίας. Προς τούτο χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση της υπηρεσίας και παρεμβάσεις όπου διαπιστώνονται παρεκτροπές. Όλες οι δυνάμεις που συμμετέχουν στον δημοκρατικό διάλογο πρέπει να είναι σύμφωνες ότι ένας θεσμός τόσο ισχυρός, ένοπλος, και με σημαντικά δικαιώματα παρέμβασης χρήζει επιτακτικού ελέγχου. Αυτό δεν είναι ένδειξη δυσπιστίας, αλλά εγγύηση της έννομης προστασίας όλων.

  • Ειδικά, προκειμένου να υπάρχει μια κατά το δυνατόν ουδέτερη ματιά στη λειτουργία της Αστυνομίας πρέπει να ιδρυθούν και να ενισχυθούν υπηρεσίες εκτός του σώματος, οι οποίες θα μπορούν να διεξάγουν αντικειμενικές έρευνες σε περιπτώσεις ανάρμοστης συμπεριφοράς, χωρίς να εγείρονται υποψίες για συντεχνιακό πνεύμα, κακοδικία και διαπλοκή. Αντίστοιχοι ελεγκτικοί θεσμοί, που θα λειτουργούν ως εξωτερικές υπηρεσίες παραπόνων και Συνηγόρου του Αστυνομικού, πρέπει να αποκτήσουν δυνατότητες έρευνας και παρέμβασης.

  • Για την περαιτέρω ενίσχυση της έννομης προστασίας, το ομοσπονδιακό κράτος και τα κρατίδια πρέπει να εφαρμόσουν την πάγια υποχρέωση όλων των αστυνομικών να φέρουν στη στολή τους τα ειδικά διακριτικά, δηλωτικά της ταυτότητάς τους. Ιδανικό θα ήταν η υποχρέωση αυτή να αποτυπωθεί στους νόμους περί Αστυνομίας.

  • Αντίστοιχα, σύμφωνα με το βορειοαμερικανικό πρότυπο, πρέπει να θεσπιστεί η χρήση bodycams, ώστε, εκτός από την ποινική δίωξη για επιθέσεις σε όργανα ασφαλείας, να δοθεί η δυνατότητα και στους πολίτες να ζητούν την επιτόπου καταγραφή των αστυνομικών επιχειρήσεων και να την χρησιμοποιούν αργότερα ως αποδεικτικό μέσον στη δικαστική διαδικασία. Και εδώ χρειάζονται ξεκάθαρες ρυθμίσεις στο επίπεδο της νομοθεσίας.

  • Πρέπει να δημιουργηθεί μια σαφής νομική βάση, σύμφωνα με την οποία θα επιτρέπεται σε άτομα-στόχους αστυνομικών επιχειρήσεων, αλλά και σε μη εμπλεκόμενους τρίτους/παρατηρητές, να καταγράφουν με τεχνικά μέσα τις επιχειρήσεις της Αστυνομίας, ώστε σε τυχόν δικαστικές διαδικασίες αργότερα να μπορούν να παρουσιάσουν ανεξάρτητα αντικειμενικά πειστήρια.

  • Για ανάρμοστες συμπεριφορές αστυνομικών οργάνων που αποδεδειγμένα εδράζονται σε ακροδεξιές ιδεολογίες, οι αστυνομικές υπηρεσίες πρέπει να είναι εξοπλισμένες με ένα στέρεο νομικό οπλοστάσιο, στη βάση του οποίου και ανάλογα με τη βαρύτητα της κατηγορίας, να μπορούν να επιβάλλουν το εργασιακό/υπαλληλικό δίκαιοκαι, εν ανάγκη, να απομακρύνουν το όργανο από την υπηρεσία. Τα υφιστάμενα νομικά εμπόδια πρέπει να καταργηθούν.

  • Με σκοπό να εγκαθιδρυθεί η εσωτερική αυτοκάθαρση, και στην κατεύθυνση της γρήγορης αποκάλυψης και της συνεπούς δίωξης ανάρμοστων συμπεριφορών που εδράζονται σε ακροδεξιές ιδεολογίες, είναι σημαντικόνα ενισχυθούν οι αστυνομικοί υπάλληλοι που καταγγέλλουν τέτοιες συμπεριφορές. Πρέπει, λόγου χάρη, να εξαλειφθείκάθε αίσθημα ανασφάλειας των μαρτύρων,ιδίως όταν καταγγέλλουν τα παραπτώματα πολύ αργότερα, επειδή διστάζουν ή κρίνουν ότι η δυναμική της ομάδας των συναδέλφων τους δεν το επιτρέπει.

  • Για να μειωθούν τα εμπόδια πρέπει να ιδρυθούν κατάλληλες δομές για whistleblowers. Για τον σκοπό αυτόν ενδείκνυνται οι πλατφόρμες ανώνυμωνκαταγγελιών, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και κατά παράκαμψη της επίσημης υπηρεσιακής οδού. Ως βάση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο νόμος περί προστασίας των πληροφοριοδοτών του Ιουλίου 2023.6

  • Η Αστυνομία, ως σημαντικός θεσμός της ευνομούμενης δημοκρατίας μας, πρέπει να λαμβάνει ενεργά μέρος σε καμπάνιες υπέρ του πλουραλισμού, της αλληλοκατανόησης, κατά του ρατσισμού,του ακροδεξιού εξτρεμισμού και του ιστορικού αναθεωρητισμού.

  • Για τον σκοπό αυτόν, εκτός από την αυτοκριτική διάθεση στον χειρισμό επίκαιρων υποθέσεων ανάρμοστης συμπεριφοράς που εδράζεται σε ακροδεξιές ιδεολογίες, χρειάζεται και μια προσεκτική προσέγγιση του ρόλου της γερμανικής Αστυνομίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

  • Για να αποφευχθεί η σωματική και ψυχολογική/συναισθηματική υπερφόρτιση και το αίσθημα ματαίωσης κατά την υπηρεσία στην Αστυνομία, αλλά και για να αποδομηθούν τα στερεότυπα, πρέπει να εισαχθούν και να ενισχυθούν εργαλεία όπως η επίβλεψη και η εσωτερική διαδικασία της εκ των υστέρων επεξεργασίας των αστυνομικών επιχειρήσεων, με τη βοήθεια ειδικών εξωτερικών συνεργατών (π.χ. ψυχολόγων/ψυχοθεραπευτών) και κατάλληλων εργαλείων. Και εδώ είναι αναγκαία η κατάλληλη στελέχωση και ο επαρκής εξοπλισμός.

  • Για να προληφθεί η αυτονόμηση του θεσμού της Αστυνομίας, τα αρμόδια επίσημα όργανα –π.χ. σε κοινοβουλευτικές επιτροπές και ακροάσεις– δεν πρέπει να απευθύνονται μόνο σε ειδικούς που προέρχονται από τους κόλπους του αστυνομικού λόμπι, το οποίο συχνά δεν επιδεικνύει κριτική διάθεση, αλλά να δίνουν τον λόγο συνειδητά και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και εναλλακτικούς επαγγελματικούς συλλόγους.7

1Οι «Αυτοδιοικούμενοι» («Selbstverwalter») στη Γερμανία είναι πολίτες που δεν θεωρούν ότι ανήκουν στο γερμανικό κράτος ή δηλώνουν την «αποχώρησή» τους από την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γερμανίας. Συχνά ορίζουν το σπίτι ή το διαμέρισμά τους ως δικό τους κρατικό έδαφος, σηματοδοτώντας το μάλιστα και με πινακίδες. Κάποιοι υπερασπίζονται την αυτόκλητη «περιοχή αυτοδιοίκησής» τους ακόμη και με βίαια μέσα. Οι Αυτοδιοικούμενοι αποσκοπούν με τον τρόπο αυτόν να αντισταθούν απέναντι σε φορολογικές κυρίως υποχρεώσεις, αλλά και σε άλλα υποχρεωτικά μέτρα.

2ΗλέξηIncelείναισύντμησητου «involuntarilycelibate», δηλαδή ακουσίως άγαμος. Η ιδεολογία των ομάδων Incelsβασίζεται στην ιδέα ότι οι άνθρωποι αυτοί εξαναγκάζονται σε σεξουαλική αποχή. Πρόκειται για διαδικτυακές κοινότητες απογοητευμένων ανδρών, τα μέλη των οποίων θεωρούν ότι βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας και κατευθύνουν την οργή τους κυρίως ενάντια στις γυναίκες, όλο και περισσότερο όμως και ενάντια σε ανθρώπους της εβραϊκής πίστης και σε έγχρωμα άτομα. Οι ομάδες αυτές έχουν αυξημένη ροπή προς τη βία, και πολλά μέλη τους υποστηρίζουν ακροδεξιές ιδεολογίες.

3Εκπρόσωποιτωναστυνομικών σωματείων και επαγγελματικών συλλόγων, και συγκεκριμένα του Σωματείου της Αστυνομίας (GewerkschaftderPolizei, GdP) και του Γερμανικού Σωματείου Αστυνομικών (DeutschePolizeigewerkschaft, DPolG).

Επίσης, ομάδες πολιτικών συμφερόντων για την ενίσχυση της Αστυνομίας [π.χ. «PROPolizeie.V.» («Σύλλογος ΥΠΕΡ της Αστυνομίας»), «KeineGewaltgegenPolizeibeamtee.V.» (Σύλλογος Όχι στη Βία κατά Αστυνομικών Υπαλλήλων») κ.ά.] καθώς

και, όλο και περισσότερο, ομάδες λόμπι που δρουν διαδικτυακά όπως η «Polizist=Mensch» («Αστυνομικός=Άνθρωπος»)ή η «SoliDavidwache» («Αλληλεγγύη με το Davidwache» – το γνωστότερο Αστυνομικό Τμήμα του Αμβούργου). Επίσης, πολιτικό προσωπικό που εκφράζεται ως προς τα εσωτερικά θέματα (και κατέχει επίσημες θέσεις ή είναι αυτόκλητο) των κομμάτων AfDκαιCDU/CSU.

4
Racialprofiling: διάκριση και στοχοποίηση ατόμων που βασίζεται μόνο στα φυλετικά τους χαρακτηριστικά (Σ.τ.Μ.)

5
Σε αυτές συγκαταλέγονται π.χ. η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία κατά των Διακρίσεων, δίκτυα για την επιστημονική διερεύνηση παράνομης αστυνομικής βίας (RuhruniversitätBochum/GoetheUniversitätFrankfurtστοπλαίσιοτουπρότζεκτKViAPol), η Ένωση Ρεπουμπλικανών Δικηγόρων Γερμανίας (RepublikanischerAnwaltsvereinDeutschlands), η Διεθνής Αμνηστία Γερμανίας (Θεματική Ομάδα για την Αστυνομία), συλλογικότητες ενάντια στην αστυνομική βία κ.ά.

6
Νόμος που ψηφίστηκε κατ’ εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου, για την προστασία των ατόμων που δίνουν πληροφορίες για διαπιστωμένες παρατυπίες. Όπως το διατυπώνει το αρμόδιο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης: «Απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις και υπηρεσίες συχνά διαπιστώνουν πρώτοι τις παρατυπίες και μπορούν, αν μεταφέρουν την πληροφορία, να φροντίσουν ώστε οι νομικές παραβάσεις να αποκαλυφθούν, να εξεταστούν, να διωχθούν και να αποτραπούν. Οι πληροφοριοδότες αναλαμβάνουν την ευθύνη τους απέναντι στην κοινωνία και ως εκ τούτου δικαιούνται προστασία από τις δυσμενείς επιπτώσεις με τις οποίες απειλούνται λόγω της καταγγελίαςτους ή οι οποίες μπορεί να τους αποτρέψουν από την καταγγελία».

7
Σύλλογοι και πρωτοβουλίες που λειτουργούν ανεξάρτητα από τα πολιτικά κόμματα είναι, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η «Πράσινη Αστυνομία» («PolizeiGrün», http://www.polizeigruen.de) και η «BetterPolice» (http://www.betterpolice.de). Εστιασμένη σε μια φιλελεύθερη πολιτική σε σχέση με τα ναρκωτικά είναι η ένωση «LEAPDeutschland» (http://leapdeutschland.de).

Κοινοποίηση:

Σχετικά άρθρα
Clear Filters

Στην Ελλάδα, οι εστίες της Ακροδεξιάς στην Αστυνομία έλκουν την καταγωγή τους από τη μετεμφυλιακή περιπέτεια, παρέμεναν όμως στην αφάνεια μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ίσως επειδή κατά κάποιο τρόπο θεωρούνταν αναμενόμενες. Η σχετική συζήτηση ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή τη δίκη της Χρυσής Αυγής, όπου υπήρξαν ισχυρές ενδείξεις συνενοχής αστυνομικών στα εγκλήματα που δικάζονταν.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2012, δικυκλιστές της Ομάδας ΔΕΛΤΑ, μιας αμφιλεγόμενης μονάδας της Ελληνικής Αστυνομίας, τα μέλη της οποίας είχαν κατηγορηθεί πολλές φορές για βίαιες επιθέσεις κατά διαδηλωτών, διέλυσαν μία μοτοπορεία αντιφασιστών στον Άγιο Παντελεήμονα. Οι τελευταίοι διαδήλωναν κατά της Χρυσής Αυγής στη γειτονιά που ήταν τότε το προπύργιο της οργάνωσης στο κέντρο της Αθήνας.

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και στις υπηρεσίες που προσφέρουμε.