Το άρθρο αυτό συνοδεύεται από 5 ηχητικά κομμάτια (podcasts) όπου ο συντάκτης διαβάζει αποσπάσματα από μαρτυρίες του Αλέκου Παναγούλη, του Περικλή Κοροβέση, του Γιάννη Λελούδα, της Κίττυς Αρσένη και του Θανάση Αθανασίου. Θα τα βρείτε στον λογαριασμό του Σημείου στο soundcloud.

Μισόν αιώνα μετά από τα πιο βαθιά σκοτάδια της δικτατορίας των συνταγματαρχών τι αλήθεια από τότε θυμόμαστε; Τι θέλουμε να θυμόμαστε και τι οφείλουμε; Υφίσταται «το καθήκον της μνήμης»; Και αν ναι, πόσο χρήσιμο ή περιοριστικό μπορεί αυτό να αποβαίνει για τους ιστορικούς και τις κοινωνίες; Ήταν η Χούντα ένα αναγκαίο ή ωφέλιμο «έπιπλο» στο σαλόνι της ιστορίας μας; Ήταν παρένθεση, συνέχεια ή τομή; Κατατρύχονται από «μελαγχολία» και κακοφορμισμένη «ψυχική νόσο» όσοι θυμούνται ακόμα την αντιδικτατορική δράση;

Στο παρακάτω κείμενο δεν θα επιχειρήσω απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Είναι άλλωστε ανέφικτο. Αυτά είναι ερωτήματα ανοιχτά και σύνθετα· ορισμένα κρίσιμα που απασχολούν ήδη την ιστορική έρευνα, άλλα προβοκατόρικα και αναθεωρητικά, ωστόσο απολύτως υπαρκτά στη δημόσια συζήτηση των τελευταίων ετών.

Σήμερα, τώρα που κάθομαι και γράφω, συμπληρώνεται ένας χρόνος από τον θάνατο του Περικλή Κοροβέση. Οι δικοί του Ανθρωποφύλακες, η μαρτυρία του για τα βασανιστήρια της Ασφάλειας επί Χούντας, υπήρξαν ένα από τα εμβληματικότερα κειμενικά τεκμήρια μιας ευρύτερης ομάδας μαρτυριών βασανισθέντων και βασανισθεισών· μαρτυρίες που γράφτηκαν διαρκούσης της Δικτατορίας, κυκλοφόρησαν σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης ή/και στις ΗΠΑ και συνέβαλαν στη διεθνοποίηση των βασανιστηρίων που η ελληνική χούντα συστηματικά μετερχόταν απέναντι στους πολιτικούς κρατούμενους. Ενδεικτικά, ως άλλα τέτοια παραδείγματα αναφέρω: τις δέκα ένορκες καταθέσεις βασανισθέντων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του αμερικάνου δικηγόρου και απεσταλμένου της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ελλάδα το 1968 προς διερεύνηση καταγγελιών για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Τζέιμς Μπέκετ, Βαρβαρότητα στην Ελλάδα, 1967-1969 (πρώτη έκδοση στα αγγλικά, 1970), το Μπουμπουλίνας 18 της Κίττυς Αρσένη που γράφτηκε το 1968 ανάμεσα σε Παρίσι και Στρασβούργο, το Πρώτο και Δεύτερο Μπογιάτι, τις δυο δηλαδή ποιητικές συλλογές που έγραψε ο Αλέκος Παναγούλης στις Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, το Γράμμα από τη Φυλακή για τους Ευρωπαίους του Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη, γραμμένο στις φυλακές Κορυδαλλού το 1971, το 111 Μέρες στην ΕΣΑ του Αναστάσιου Μήνη, μια μαρτυρία της οποίας η πρώτη μορφή γράφτηκε το καλοκαίρι του 1972 «με συνθηματικά σημεία σε μικρά χαρτάκια, στα κρατητήρια του ΕΑΤ/ΕΣΑ», Αναστάσιος Μήνης, 111 Μέρες στην ΕΣΑ, Αθήνα: Φυτράκης 1975, σ. 9. και, τέλος, την Προσωπική κατάθεση της Αμαλίας Φλέμινγκ, που γράφτηκε το 1972 και εκδόθηκε πρώτη φορά στα αγγλικά το 1973, με τίτλο A Piece of Truth.

Το κτίριο της Ασφάλειας στον οδό Μπουμπουλίνας 18. Πηγή: Φωτογραφικό Αρχείο ΑΣΚΙ.

Ξαναδιαβάζω τις μαρτυρίες για τα βασανιστήρια με τρία ερωτήματα. Πρώτον, τι είναι τελικά τα κείμενα των βασανισθέντων και των βασανισθεισών; Δεύτερον, πώς οφείλει ή πώς μπορεί ένας ιστορικός της εποχής μας και της κοινωνίας μας να τα προσεγγίζει και να αναμετράται με τις λέξεις τους ιστορικότροπα; Τρίτον, γιατί επιστρέφουμε –ως ιστορικοί αλλά και ως κοινωνία– σε αυτά τα κείμενα; Αλλιώς, γιατί έχει πάντα νόημα να επιστρέφουμε εκεί;

[Δια]μαρτυρίες

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως το πρώτο ερώτημα είναι είτε αχρείαστο καθότι αυτονόητα απαντιέται, είτε προβοκατόρικο. Ωστόσο, νομίζω, συνιστά μια καλή αφετηρία σε μια προσπάθεια προβληματοποίησης του corpus κειμένων των μαρτυριών βασανισθέντων και βασανισθεισών και κατ’ επέκταση της ιστορικοποίησής τους. Ο Ιταλός μαρξιστής κοινωνιολόγος και θεωρητικός της Ιστορίας, Antonio Labriola (1843-1904), σε μια σχηματική δυϊστική προσέγγιση, έγραφε ότι τα δομικά στοιχεία της ιστορίας αποτελούν τον σκελετό της και η αφήγηση του ιστορικού είναι εκείνη που ενδύει τον σκελετό με σάρκα. Σπύρος Ασδραχάς, «Άγγελος γόνιμων ιδεών της πράξης», Αρχειοτάξιο, τχ. 15 (Σεπτέμβριος 2013), σ. 171. Διαβάζοντας τις μαρτυρίες των βασανισθέντων διαπιστώνεται πως, ενώ προδήλως βρίθουν ιστορίας, δύσκολα κατατάσσονται σε κάποια από τις δύο –συγκροτητικές της Ιστορίας– κατηγορίες του Labriola. Δεν είναι ούτε σκελετός ούτε ακριβώς σάρκα. Αποτελούν ίσως σημαντικό μέρος από το μεδούλι του ιστορικού σώματος της εποχής τους· είναι οι αιμάτινες, ακατέργαστες φλέβες ανάμεσα στον σκελετό και τη σάρκα. Αδιαμφισβήτητα είναι μαρτυρίες· μαρτυρίες βιωματικές, μαρτυρίες για το μαρτύριο και ταυτόχρονα μαρτυρίες ως διαμαρτυρία. Συγκροτούν προσπάθειες να αρθρωθεί –ίσως για να νοηθεί– εκείνο το βίωμα που αγγίζει τα όρια του ακατάληπτου, το σύμφυρμα απτής φρίκης και ωμής οδύνης. Είναι, τέλος, απόπειρες να ιστορηθεί ο πόνος, ένας πόνος κατ’ εξοχήν πολιτικός, πόνος που βιώνεται ατομικά αλλά συγκροτεί ένα βίωμα συλλογικό για τον κόσμο της αντιδικτατορικής αντίστασης. Εν ολίγοις, εκείνο που πιο ταιριαστά αποτυπώνει τον ιδιοσυγκρασιακό χαρακτήρα των συγκεκριμένων μαρτυριών προσδιορίζεται στην αναπαράσταση-επιτέλεση του τραύματος. Κάνουν αυτό που ο Dominick LaCapra ονόμαζε «γράφοντας το τραύμα» (“writing trauma”)· προβαίνουν, δηλαδή, στην εκδραμάτιση (“acting out”) του τραύματος.

Ο ιστορικός και ο μάρτυρας: μια δύσκολη σχέση

Έχοντας μέχρι στιγμής δώσει ορισμένα από τα κεντρικά, ταυτοτικά γνωρίσματα των μαρτυριών των βασανισθέντων, μπορούμε να περάσουμε σε δοκιμές απαντήσεων του δεύτερου ερωτήματος: πώς τις αξιοποιεί ο ιστορικός; Ερώτημα που προκύπτει με ευθεία συνεπαγωγή από το προηγούμενο: πώς οι αφηγημένες τραυματικές εμπειρίες των μαρτυριών θα γίνουν ιστορία, αποφεύγοντας την παγίδα μιας απλής επαναδιευθέτησής τους μέσω της δημιουργίας κάποιου συμπιλήματος.

Κρίσιμο, επίσης, ζήτημα στο εγχείρημα της αξιοποίησης μαρτυριών βασανισθέντων σε μια ιστορική πραγμάτευση των βασανιστηρίων, έγκειται στον βαθμό της αξιοπιστίας τους. Πόσο κοντά στην πραγματικότητα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκονται; Πόσο επιφυλακτικοί δικαιούμαστε να σταθούμε διαβάζοντάς τες; Είναι, νομίζω, χρήσιμη η καταφυγή στη διαπίστωση του Αντώνη Λιάκου σχετικά με την αξιοπιστία μαρτυριών, αναφερομένων σε τραυματικές εμπειρίες και γραμμένων από τα δρώντα ιστορικά υποκείμενα, σύμφωνα με την οποία «παρά τη μονομέρεια, την απόσταση, δηλαδή, από την ακρίβεια, οι μαρτυρίες και τα απομνημονεύματα, χρησιμοποιώντας ένα υβριδικό ύφος, βρίσκονται πλησιέστερα στην πραγματικότητα (ενν. σε σύγκριση με έργα ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας)». Αντώνης Λιάκος, Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία;, Αθήνα: Πόλις 2007, σ. 227.

Ο LaCapra, διακρίνοντας δύο –αντιστικτικές μεταξύ τους– τροπικότητες γραφής σχετικά με τραυματικά γεγονότα, θεωρεί πως εκείνη στην οποία εγγράφεται ο ιστορικός είναι η λεγόμενη «γράφοντας για το τραύμα» (“about trauma”). Σε αυτήν, η έμφαση τοποθετείται στην αντικειμενικότητα και το βάρος στα τραυματικά γεγονότα, καθώς πρόκειται για μια κατά βάση γνωσιακή διαδικασία (σε αντίθεση με την τροπικότητα του «γράφοντας το τραύμα», όπου η εστίαση είναι στο υποκειμενικό-συναισθηματικό κομμάτι). Dominick LaCapra, Writing History, Writing Trauma, Baltimore and London: John Hopkins University Press 2001, σ. 181-220. Γράφοντας για το τραύμα, λοιπόν, ο ιστορικός οφείλει να αντιμετωπίσει όσα κειμενικά τεκμήρια διαθέτει που γράφουν το τραύμα κριτικά. Εντοπίζεται, επί παραδείγματι, στην περίπτωση των μαρτυριών βασανισθέντων και βασανισθεισών της Χούντας, μια «παραβίαση» ενός κεντρικού ούτως ειπείν κανόνα της γραφής του τραύματος, της εκδραμάτισής του. Η «παραβίαση» αυτή συνίσταται στη διαπίστωση ότι στην πλειονότητα αυτών των μαρτυριών δεν μεσολαβεί το χρονικό διάστημα της σιωπής ανάμεσα στη βίωση της τραυματικής εμπειρίας και στην αφηγηματοποίησή της. Ρευστό, βέβαια, παραμένει εάν το διάστημα αυτό της σιωπής απουσιάζει πράγματι στις συγκεκριμένες περιπτώσεις ή εάν βρισκόμαστε ενώπιον μιας συνθήκης κατά την οποία οι συγγραφείς-μάρτυρες προλαβαίνουν το στάδιο του μη ακόμη αφηγήσιμου τραύματος, στάδιο που τελικά μετατίθεται αργότερα, λόγου χάρη μετά την πτώση της Χούντας. Συνάγεται επομένως, πως ο Κοροβέσης, η Αρσένη, η Φλέμινγκ και οι υπόλοιποι καταγράφουν την τραυματική εμπειρία του βασανισμού εν θερμώ, γράφουν εν τω τραύματι. Αφηγηματοποιούν την εμπειρία τους σε μια στιγμή που η διάρκεια του τραυματικού βιώματος είναι σε ισχύ· σε μια στιγμή, κατά την οποία το τραυματικό βίωμα όχι απλά δεν έχει γίνει ιστορία αλλά κατ’ ουσίαν ούτε παρελθόν. Γράφουν, τέλος, σε μια στιγμή κατά την οποία δεν έχει επέλθει η παραμικρή ανοικείωση από την τραυματική τους εμπειρία. Μπορούμε να πούμε πως γράφουν, όχι διαισθανόμενοι κάποιον κίνδυνο μην τυχόν χαθεί και λησμονηθεί το παρελθόν τους (και άρα μέσω των μαρτυριών τους οφείλουν να το διασώσουν), αλλά γράφουν για το παρόν τους. Όχι προς διαφύλαξη της μνήμης του παρελθόντος, αλλά προς εξασφάλιση του παρόντος και του μέλλοντος· ή ακόμη, σε μια προσπάθεια να επισπεύσουν την παρελθοντοποίηση του φριχτού παρόντος τους.

Γράφοντας για το τραύμα των βασανιστηρίων, άλλος παραμονεύων κίνδυνος, τροφοδοτούμενος παράλληλα από το πολυάριθμο των μαρτυριών αλλά και από την τάση των ιστορικών για διατύπωση γενικευτικών κρίσεων και εξαγωγή συμπεριληπτικών συμπερασμάτων, προσδιορίζεται στο φάσμα της παραθεώρησης της «αναντικατάστατης ενικότητας» των τραυματικών εμπειριών. Για να καταστεί εφικτή, συνεπώς, η άμβλυνση του de facto εξουσιαστικού φορτίου του ιστορικού λόγου, καθώς και η διαφύλαξη της απαράμιλλης μοναδικότητας της τραυματικής εμπειρίας καθενός βασανισθέντος και καθεμιάς βασανισθείσας, μια κάποια λύση, ίσως, να βρίσκεται στην επιλογή του σεβασμού απέναντι στις φωνές των μαρτύρων. Πιο συγκεκριμένα, με σκοπό να αναδειχθούν και να κατανοηθούν περισσότερες κατά το δυνατόν πτυχές της τρωτότητας των βασανισθέντων ιστορικών υποκειμένων, μπορούμε σε σημεία που τα δικά τους λόγια, αυτά των μαρτυριών τους, μοιάζουν ολοκληρωτικά αμεταβόλιστα και μη υποκείμενα σε οποιαδήποτε παρέμβαση ή διερμηνεία, να τα παραθέτουμε αυτούσια σε εισαγωγικά. Με άλλα λόγια, μερικές φορές γράφοντας για το τραύμα το μόνο που μας μένει και το μόνο που μας πρέπει είναι να ακούμε καθαρές τις φωνές δίχως έπαρση για υπερερμηνείες.

Ακηδεία

Καταληκτικά, περνώντας στο τρίτο ερώτημα, γιατί επιστρέφουμε σε αυτές τις πηγές; Ή αλλιώς διατυπωμένο, γιατί τα βασανιστήρια; Η δοκιμή απάντησης που θα επιχειρήσω θα είναι σύντομη· θα μπορούσε, ωστόσο, να είναι ακόμη συντομότερη, σχεδόν μονολεκτική. Ακηδεία. Ακηδεία είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Walter Benjamin για να αποδώσει τη «μνημονική αδιαφορία». Walter Benjamin, Illuminations. Essays and Reflections, New York: Schocken Books 1968, σ. 256. Τα βασανιστήρια, λοιπόν, μέσα από τις μαρτυρίες των βασανισθέντων, για να ιστορηθεί –κι έτσι να υπομνηθεί, να μην ξεχαστεί– το αυτονόητο. Η στιβαρή ιστορικοποίηση των βασανιστηρίων της Χούντας μαζί με την ενδελεχή απαρίθμηση και εξιστόρηση των μεθόδων βασανισμού, στο πλαίσιο μιας ακαδημαϊκά συγκροτημένης και ανθρώπινα σεβαστικής επιστροφής στις μαρτυρίες, στις φωνές δηλαδή βασανισθέντων και βασανισθεισών, καθίσταται αναγκαία για τη θωράκιση απέναντι σε όψιμους αναθεωρητές, σε καλοζωισμένους και εκ του ασφαλούς σχετικιστές και επικίνδυνους αρνητές. Γιατί, βεβαιότατα, τα βασανιστήρια είναι δύσκολο θέμα, καθώς εκτός των άλλων, ελλοχεύει ο κίνδυνος της ιεροποίησης του βασανισμένου υποκειμένου, αν υιοθετηθεί μια οπτική άκριτα ηρωοποιητική, σχεδόν λατρευτική, με πιθανό τότε αποτέλεσμα απλά και μόνο τον ποσοτικό εμπλουτισμό και την ποιοτική κραταίωση ενός ακόμη μαρτυρολόγιου. Ωστόσο, στην άλλη πλευρά, όπου το τρέχον νόμισμα της άνευ όρων απομυθοποίησης καταγράφει ιστορικά υψηλά, χρειάζεται μια υπόμνηση.

Η απομυθοποίηση θέλει μύθο και εδώ μύθος δεν υπάρχει.