Το ζήτημα της μετανάστευσης από το 2015 και μετά είναι ένα από τα κυρίαρχα θέματα στον δημόσιο διάλογο σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο και αυτή τη στιγμή το κατεξοχήν πεδίο ανάπτυξης ακροδεξιού λόγου – από το γνωστό «είναι πρόσφυγες αλλά και εμείς πόσους να πάρουμε;», μέχρι το ακραίο «οι μουσουλμάνοι είναι τρομοκράτες».

Στην Ελλάδα το τελευταίο διάστημα είναι φανερό ότι στο θέμα της μετανάστευσης έχει επικρατήσει ο ακροδεξιός λόγος, χωρίς κατ’ ανάγκη να μιλάμε για ακροδεξιά κυβέρνηση. Κατά τη γνώμη μου δεν μπορούμε ακόμα να ταυτίσουμε την τωρινή κυβέρνηση με την κυβέρνηση της Ουγγαρίας, η οποία είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πολιτικής εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού. Υπάρχουν όμως αρκετά γεγονότα τα οποία μπορούμε να αναλύσουμε και να βρούμε ανησυχητικές αναλογίες.

Μετά την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του Ιουλίου 2019, η κατάργηση του Υπουργείου Μετανάστευσης και η μεταφορά της αρμοδιότητάς στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη κρίθηκε ως εξαιρετικά προβληματική και ενδεικτική μιας βούλησης σύνδεσης της μετανάστευσης με την ασφάλεια. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση με τη ρητορική της προσπάθησε να μετακινήσει τη συζήτηση, τονίζοντας ότι πλέον το πρόβλημα δεν είναι προσφυγικό, αλλά μεταναστευτικό και ότι οι άνθρωποι που έρχονταν δεν ήταν πρόσφυγες αλλά οικονομικοί μετανάστες που δεν δικαιούνταν διεθνή προστασία. Αυτές οι πρώτες επιλογές πολιτικής διαχείρισης του προσφυγικού/μεταναστευτικού χαρακτηρίστηκαν από πολλούς ως ορμπανικής λογικής. Οι επιλογές αυτές δεν απέδωσαν, αφού μέσα στο πρώτο εξάμηνο επανασυστήθηκε το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και η ρητορική επανήλθε σε μια προσέγγιση πιο προσφυγική, καθώς οι αριθμοί σε σχέση με την αναγνώριση διεθνούς προστασίας δεν ανταποκρίνονταν στη λογική περί οικονομικής μετανάστευσης. Ωστόσο, οι τοποθετήσεις των παραγόντων του Υπουργείου εναρμονίστηκαν με τη λογική της σύνδεσης της μετανάστευσης με ζητήματα κατεξοχήν ασφάλειας.

Στο πεδίο της εφαρμοζόμενης πολιτικής υπάρχει συνεχής αναφορά σε κλειστά κέντρα, στην ανάγκη αύξησης των επιστροφών και μείωσης των ροών μέσω της φύλαξης των συνόρων, η οποία στην ουσία σημαίνει ενεργή αποτροπή και παράνομες επαναπροωθήσεις, εξαιρετικά αυξημένες σε σχέση με τα τελευταία χρόνια. Είναι εξαιρετικά ενδεικτικό ότι η λέξη ένταξη είναι σχεδόν απούσα από τον κυβερνητικό λόγο.

Τα γεγονότα στις αρχές Μαρτίου 2020 στον Έβρο και η πανδημία με το πρώτο lockdown τον Μάρτιο επέτρεψαν στην κυβέρνηση να διαμορφώσει ένα νέο αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο η μετανάστευση είναι ζήτημα που συνδέεται με την εθνική άμυνα, καθώς η είσοδος των προσφύγων και των μεταναστών από την Τουρκία εργαλειοποιήθηκε: αντιμετωπίστηκε ως απόπειρα εισβολής και η διαδικασία χαρακτηρίστηκε υβριδικός πόλεμος. Ταυτόχρονα, η πανδημία έδωσε τη δυνατότητα να συνδεθούν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες με τον υγειονομικό κίνδυνο διασποράς της, ειδικά στα ασφυκτικά γεμάτα κέντρα φιλοξενίας.

Η κυβέρνηση, λόγω των γεγονότων στον Έβρο, προχώρησε στην άρση του δικαιώματος ασύλου για 30 ημέρες μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, σε μια πρωτοφανή κίνηση παραβίασης του διεθνούς δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Με αφορμή την πανδημία η πολιτεία επέβαλε μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας στα κέντρα φιλοξενίας, τα οποία διατηρήθηκαν χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα.

Η προβληματική αυτή προσέγγιση πήρε και πιο θεσμική μορφή: στο Προεδρικό Διάταγμα που ρυθμίζει την οργάνωση και τη λειτουργία της Προεδρίας της Κυβέρνησης, στη Γενική Γραμματεία Συντονισμού συστήνεται τομέας Εθνικής Άμυνας, Ασφάλειας του Πολίτη και Μετανάστευσης. Είναι μια επιλογή που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση θα διαχειρίζεται τη μετανάστευση. Εάν αυτές οι επιλογές συνδυαστούν με τη συνεχιζόμενη πολιτική επίθεση στις ΜΚΟ, οι οποίες παρουσιάζονται ως διακινητές μεταναστών μέσα από γενικόλογες και αόριστες τοποθετήσεις κυβερνητικών παραγόντων, δημιουργείται μια πολύ σκοτεινή εικόνα.

Η συνεχής συντηρητικοποίηση των επιλογών διαχείρισης και ρητορικής του προσφυγικού/μεταναστευτικού που άρχισε με την Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας οδηγεί αναπόδραστα στην επικράτηση ακροδεξιών λογικών. Το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε συζητήσει ποτέ σοβαρά για τη μετανάστευση και ότι στο δημόσιο λόγο παρουσιάζεται ως πρόβλημα, διευκολύνει, δυστυχώς, την ακροδεξιά ατζέντα. Αλλά και στη συζήτηση σε επίπεδο ΕΕ η ακροδεξιά ρητορική έχει επικρατήσει· αυτό γίνεται φανερό στην πρόταση της Επιτροπής για το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Οι αναφορές σε ένα αποτελεσματικό σύστημα επιστροφών, ως βάση για μια αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική, η υιοθέτηση του «πετυχημένου μοντέλου διαχείρισης της κρίσης», δηλαδή την πολιτική των hot spots, αλλά και η – επί της ουσίας– υιοθέτηση της ευέλικτης αλληλεγγύης, την οποία πρότειναν από το 2016 οι χώρες του Visegrád, είναι μερικές ενδεικτικές επιλογές. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι παρόλο που η Επιτροπή αποδέχτηκε τη λογική της ευέλικτης αλληλεγγύης, τα κράτη που την πρότειναν, ήδη από την επόμενη της παρουσίασης της πρότασης, πήραν αποστάσεις λέγοντας ότι πλέον δεν συμμετέχουν στη διαχείρισης του ζητήματος γιατί δεν θέλουν μετανάστες. Η υποχώρηση της ΕΕ σε σχέση με τις θεμελιώδεις αρχές της, όπως αυτή της αλληλεγγύης, στο όνομα της εύρεσης συναίνεσης μεταξύ των κρατών-μελών, είναι εξαιρετικά επιζήμια για την ίδια και προσφέρει πολύτιμο χώρο σε τέτοιου τύπου ακροδεξιά αφηγήματα.

Η διαπίστωση που πρέπει να κάνουμε είναι ότι η έλλειψη σοβαρής, ρεαλιστικής και συνεκτικής συζήτησης για το θέμα της μετανάστευσης, η οποία είναι μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, ευνοεί συντηρητικά και ακροδεξιά αφηγήματα, τα οποία την παρουσιάζουν ως στοιχείο αποσταθεροποίησης και απειλή για την ασφάλεια των πολιτών και την εθνική κυριαρχία. Η επικράτηση αυτής της ρητορικής είναι σχεδόν καθολική και, σε συνδυασμό με την ιδεολογική περιχαράκωση και πόλωση που δημιουργείται, διαμορφώνει ένα τοξικό και επικίνδυνο πολιτικό περιβάλλον.