Η δολοφονία του ακροδεξιού ακτιβιστή Τσάρλι Κερκ, γνωστού για τη συστηματικά προπαγάνδα υπέρ της οπλοκατοχής στις ΗΠΑ, ανέδειξε με θλιβερό τρόπο τη θανάσιμη τροπή που έχει πάρειστη χώρα ηφρενίτιδα με τα όπλα. Κι όμως, αντί το συμβάν να οδηγήσει σε περισυλλογή, αντί στο εσωτερικό της κυβέρνησης να ενισχυθούν οι φωνές υπέρ της αναθεώρησης της Δεύτερης Τροπολογίας –της συνταγματικής βάσης επί της οποίας θεμελιώνεται το «δικαίωμα» στα παιχνίδια με το θάνατο–, οι υπερασπιστές της οπλοκατοχής, με πρώτο τον Τραμπ, εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ως ευκαιρίαγια αντεπίθεση.
Την ηχώ της αντεπίθεσης αυτής ακούμε πλέον και στην Ελλάδα, με δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών(Πλεύρης, Γεωργιάδης) και πολιτικών αρχηγών (Βελόπουλος) που πληθαίνουν.
Τις τελευταίες μέρες, η αμερικανική κοινωνία ζει στην ευφορία από την εκλογή του Ζοράν Μαμντάνι, αλλά και στο χάος που προκαλεί, αισίως για πέμπτη εβδομάδα, το κλείσιμο (shutdown) της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση «κατεβάζει ρολά», με αποτέλεσμα να αναστέλλονται κρίσιμες λειτουργίες που η ίδια χρηματοδοτεί. Αυτή τη φορά όμως, το κλείσιμο κρατά σχεδόν 40 ημέρες (από την 1η Οκτωβρίου), εξέλιξη που για τις ΗΠΑ αποτελεί ρεκόρ.
Τον Μάρτιο του 2003, με τις αιματηρές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ακόμανωπές, η κυβέρνηση Μπους του νεότερου προσπαθούσε διακαώς να συνδέσει την τρομοκρατία με τη μετανάστευση. Στο πλαίσιο αυτό,ίδρυε το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) και στην αρμοδιότητα τουνέου υπουργείουέθετετρεις καινούριες υπηρεσίες με αντικείμενο το μεταναστευτικό: η μία από αυτές ήταν η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων – η διαβόητη για τις απάνθρωπες επιχειρήσεις της ICE.
Η κινητοποίηση της 18ης Οκτωβρίου ήταν η μεγαλύτερη διαμαρτυρία που οργανώθηκε σε μία μέρα στην ιστορία των ΗΠΑ: 6,5-7 εκατομμύρια άνθρωποι, και περισσότερες από 2700 διαδηλώσεις στις 50 πολιτείες, την πρωτεύουσα και σε πόλεις του εξωτερικού, βεβαίωσαν πως, εκεί που βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος, εκεί αργά ή γρήγορα έρχονται στο προσκήνιο και οι δυνάμεις που θα τον αντιμετωπίσουν. Ποιες είναι, όμως, οι δυνάμεις αυτές; Τι γνωρίζουμε για τις οργανώσεις, τους πολιτικούς και τις προσωπικότητες που επιδιώκουν να βάλουν φρένο στον φασισμό στην άλλη μεριά του Ατλαντικού; Πώς ξεκίνησαν και ποιες είναι οι προοπτικές τους;
Συμπληρώνεται ένας χρόνος από την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία. Ποιος είναι σήμερα ο κύριος εχθρός του; Αν πάρουμε τοις μετρητοίς όσα λέει, ο εχθρός εντός των συνόρων –καταρχάς οι μετανάστες, αλλά και οι άστεγοι, οι κάθε λογής αντιφρονούντες και οι εγκληματίες που θεωρούνται ανάξιοι να ζουν– είναι εξίσου επικίνδυνος με τον εξωτερικό: «Δεχόμαστε εισβολή εκ των έσω. Δεν διαφέρει από έναν ξένο εχθρό, αλλά είναι πιο δύσκολο από πολλές απόψεις επειδή δεν φορούν στολές», έλεγε ο Τραμπ στα τέλη Σεπτέμβρη, σε μια συνάντηση ανώτατων αξιωματικών στη Βιρτζίνια. Η παρουσία και μόνο αυτού του εσωτερικού εχθρού σημαίνει πως «ορισμένες από αυτές τις επικίνδυνες πόλεις πρέπει να τις χρησιμοποιήσουμε ως πεδία εκπαίδευσης του στρατού μας».
Τις τελευταίες εβδομάδες η δημοτικότητα της κυβέρνησης Τραμπ είναι σε κάθετη πτώση: είτε το θέμα είναι η οικονομία και η πολιτική για τη μετανάστευση, είτε η υποστήριξη του Ισραήλ, ο Πρόεδρος χάνει διαρκώς έδαφος – και ο χρόνος μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές λιγοστεύει. Για κάθε δημοκρατικό ηγέτη, αυτό θα ήταν «καμπανάκι» προκειμένου να αλλάξει ρότα. Για τον Τραμπ, είναι η σωστή ώρα για να πολώσει περισσότερο την αμερικανική κοινωνία – σε ένα ακόμα θέμα που κινητοποιεί το κοινό των Ρεπουμπλικάνων: τα πανεπιστήμια.

